If you're looking for free AI tools that generate videos from a text prompt, here are some of the best options:
- Google Veo – One of the highest-quality generators, but free access is limited through trials or selected platforms.
- Microsoft Bing Video Creator – Free to use with Microsoft accounts (may have daily limits). Great for short AI videos.
- Pika – Offers a free tier with limited generations and watermarks.
- Luma Dream Machine – Free plan available with usage limits and queues.
- PixVerse – Free credits each day for generating short videos.
- Hailuo AI – Offers free daily credits for text-to-video and image-to-video.
Example prompt
You can use a prompt like:
A cinematic drone shot of an ancient Greek temple at sunrise, golden light, realistic, 4K, slow camera movement, birds flying, highly detailed, natural colors, 10-second video.
Or for animation:
A cute orange cat wearing sunglasses driving a red convertible along a coastal road at sunset, Pixar-style animation, smooth motion, vibrant colors.
If you want completely free with no watermark, there are very few reliable options. Most services offer:
- Free daily credits.
- Watermarks on the free plan.
- Short videos (5–10 seconds).
If your goal is realistic videos, I'd recommend trying:
- Microsoft Bing Video Creator (free)
- Luma Dream Machine (free tier)
- Hailuo AI (free daily credits)
These currently provide some of the best quality among free or freemium AI video generators.
https://www.youtube.com/watch?v=h4lLDTuHim4
Το Νοέμβριο του 1943
στα βουνά της Πίντου, ανάμεσα στα έλατα,
τις Χαράδρες και τα πέτρινα χωριά της
Ηπείρου, οι Γερμανοί άρχισαν να
φοβούνται κάτι που δεν μπορούσαν να
ονομάσουν.
Στην αρχή χάθηκε ένας δεκανέας της
Verέρμαχτ λίγο έξω από ένα φυλάκιο πάνω
στον παλιό δρόμο που ένε τα Γιάννενα με
τα χωριά των Ζαγορίων. Τον βρήκαν
πεσμένο δίπλα σε έναν ξερολιθικό τοίχο
με το τουφέκι ακόμη κρεμασμένο στο νόμο.
Δεν είχε προλάβει να φωνάξει. Δεν είχε
προλάβει ούτε να σηκώσει [μουσική] το
κεφάλι. Μία σφαίρα κατευθείαν στον
Κρόταφο.
Την επόμενη μέρα σκοτώθηκε ένας
ασυρματιστής.
Ύστερα ένας οδηγός φορτηγού. Ύστερα ένας
αξιωματικός που επιθεωρούσε τις θέσεις
κοντά σε ένα καμμένο μοναστήρι.
Κάθε φορά το ίδιο. Ένας μόνο
πυροβολισμός. Καμία δεύτερη βολή. Κανένα
ίχνος στο χώμα, καμία σκιά ανάμεσα στα
βράχια. Οι περίπολοι έψαχναν τις πλαγές.
Οι χωροφύλακες των ταγμάτων ασφαλείας
ανέκριναν χωρικούς. Οι Γερμανία στην
ανφυλάκια, έκοβαν τα μονοπάτια, έβαζαν
παρατηβητές στα καμπαναριά και στις
στέγες των εγκαταλυμμένων σπιτιών. Όμως
ο σκοπευτής δεν φαινόταν ποτέ. Στις
αναφορές τον έγραφαν απλώς ως άχνωστον
ελεύθερον σκοπευτήν. Οι στρατιώτες όμως
που περπατούσαν μέσα στην παγωνιά με τα
δάχτυλα σφυγμένα στη σκανδάλη του είχαν
δώσει άλλο όνομα. Το φάντασμα της
Πίνδου. Ο λοχαγός Βένερ Κλάου, διοικητής
ενός μικρού αποσπάσματος ορινών κυμγών,
στεκόταν σκυμένος πάνω από έναν χάρτη. Η
λάμπα πετρελαίου τρεμόπεζε μέσα στο
παλιό σχολείο του χωριού που οι Γερμανοί
είχαν μετατρέψει σε διοικητήριο.
Έξω φυσούσε βοριάς. Τα παράθυρα έτριζαν.
Από μακριά ακούγονταν τα κουδούνια από
κάποιο κοπάδι που είχε ξεμείνει στις
πλαγές. Πάνω στον χάρτη υπήρχαν κόκκινοι
σταυροί. 12 μέσα σε 5 ημέρες. Ο
υπασπιστής του υπολοχαγός Μάερ έδειξε με
το μολύβι τις σημειώσεις. Εδώ σκοτώθηκε
ο ασυρματιστής.
Εδώ ο οδηγός. Εδώ ο λοχίας.
Οι γωνίες βολής δεν ταιριάζουν. Από τα
βράχια απέναντι θα ήταν αδύνατον. Από το
δάσος δεν υπάρχει οπτική επαφή. Από το
μοναστήρι η απόσταση είναι υπερβολική.
Ο Κλάος δεν απάντησε αμέσως. Πήρε το
μολύβι, τράβηξε τρεις γραμμές πάνω στο
χάρτη και τις κοίταξε προσεκτικά.
Δεν πυροβολεί από εκεί που θα έπρεπε να
πυροβολή ένα στρατιώτης. Ε είπε τελικά.
Ο μάγερ συνοφριώθηκε. Τότε από πού Ο
κλάου σήκωσε το βλέμμα προς το σκοτεινό
παράθυρο. Πίσω από το τζάμι δεν φαινόταν
τίποτα. Μόνο η νύχτα και οι μαύρες
κορυφές των βουνών. Από εκεί που θα
κρυβόταν ένας βοσκός ή ένας κυνηγός.
Την η μέρα οι Γερμανοί έστειλαν δύο
έμπειρους σκοπευτές να τον εντοπίσουν.
Έπιασαν θέση πριν από την Αυγή σε έναν
λόφο με θέα προς το φαράγκι. Είχαν μαζί
τους κιάλια, χάρτες και ένα ελαθρύ
πολυβόλο για κάλυψη. Κανείς δεν τους
ενόχλησε. Ο ήλιος ανέβηκε αργά πάνω από
τις κορυφές. Η πρωινή ομύχλη διαλύθηκε.
Τα πουλιά σώπασαν.
Στις 11:10 ο πρώτος σκοπευτής έπεσε
χωρίς ήχο. Ο δεύτερος γύρισε απότομα.
Προσπάθησε να σύρει το σώμα του πίσω από
έναν βράχο, σταμάτησε στη μέση της
κίνησης. Μία δεύτερη σφαίρα τον βρήκε
στο μάγουλο. Οι στρατιώτες που έφτασαν
αργότερα δεν βρήκαν τίποτα. Μόνο μία
πατημασιά κατσίκα στο χώμα, λίγης στάχτε
από παλιά φωτιά και ένα ξερό κλαδί
δεμένο με κόκκινη [μουσική] κλωστή.
Σημάδι που κανείς τους δεν κατάλαβε. Οι
χωρικοί το κατάλαβαν. Το ίδιο βράδυ
[μουσική] σε ένα καλίδι ψηλά στο βουνό
ένας γέρος είπε ψηθηριστά. "Δεν είναι
φάντασμα. Είναι παιδί αυτών των βουνών.
Κανείς δεν είπε το όνομά του. Όχι από
φόβο, από σεβασμό. Γιατί ο άνθρωπος που
οι Γερμανοί κυνηγούσαν σαν αόρατο εχθρό
είχε γεννηθεί λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα
σε ένα πέτρινο [μουσική] χωριό
σκαρφαλωμένο πάνω από το φαράγκι.
Ήξερε κάθε μονοπάτι, κάθε σπηλιά, κάθε
ξερό ρέμα και κάθε βράχο που κρατούσε
ζέστη μετά τη δύση του ήλιου. Δεν είχε
σπουδάσει πόλεμο. Δεν είχε διαβάσει
εγχειρίδια σκοποβολής. Δεν είχε φορέσει
ποτέ στολή πριν κατέβουν οι Γερμανοί
στην Ελλάδα. Ήταν βοσκός, κυνηγός, γιος
της πέτρας, του ανέμου και της σιωπής.
Το όνομά του ήταν Νικόλας Λιάκος και
πριν μάθει να κυνηγά ανθρώπους είχε
μάθει να κυνηγά λίκους.
Ο Νικόλας Λιάκος γεννήθηκε σε ένα χωριό
που δεν φαινόταν από το δρόμο. Για να το
βρει κανείς έπρεπε να αφήσει τον
μουλαρόδρομο, να περάσει ένα ξερό ρέμα
και να ανέβει ανάμεσα σε πέτρες κοφτερές
σαν σπασμένο κεραμύδι.
Το χωριό λεγόταν Άγιος Λουκάς, Μα οι
περισσότεροι το έλεγαν απλώς το πάνω
χωριό.
Ήταν σκαρφαλωμένο σε μία ράχη της πίντου
πάνω από βαφή φαράγκι με σπίπια από
γκρίζα πέτρα στέγες από σχιστόπλακες.
Τον χειμώνα ο αέρας κατέβαινε από τις
κορυφές και περνούσε μέσα από τις
χαραμάδες σαν λεπτόμαχαίρι.
Το καλοκαίρι το χώμα μύριζε θυμάρι και
ζεστή πέτρα. Τα πρωινά ακούγονταν πρώτα
τα κουδούνια από τα κοπάδια και ύστερα
οι ανθρώπινες φωνές. Ο πατέρας του ο
Γιώργης Λιάκος ήταν βοσκός όπως ήταν ο
πατέρας του και ο παππούς του. Ψηλός,
ξερακιανός, με πρόσωπο σκαμένο από τον
ήλιο και τη χιονιά, μιλούσε λίγο και
ποτέ χωρίς λόγο. Στο χωριό έλεγαν πως
μπορούσε να ακούσει λύκο μέσα σε
καταιγίδα και να ξεχωρίσει από το βάρος
του βηματισμού αν ένα μουλάρι κουβαλούσε
αλάτι, στάρι ή άνθρωπο. Δεν ήταν
άνθρωπος σκληρός, ματ τριφερότητά του
δεν έμοιαζε με χάδη. Ήταν ένα κομμάτι
ψωμί αφημένο δίπλα στη φωτιά, ένα μάλινο
σκέπασμα πάνω στους ώμους του παιδιού.
Μία σιωπηλή αλλαγή πορείας όταν έβλεπε
πως ο μικρός κουράστηκε.
Ο Νικόλας μεγάλωσε ανάμεσα σε πρόβατα.
Πριν μάθει να γράφει το όνομά του, ήξερε
να ξεχωρίζει κάθε ζώα από το κουδούνι
του. Η γριά άσπρη προβατίνα είχε βαθύ
αργό ήχο σαν βίχας μέσα σε πιθάρι.
Το νεαρό κριάρι με το στραβό κέρατο είχε
κουδούνι ανυπόμονο που χτυπούσε διπλά
όταν πλησίαζε θάμνος. Από τα κουδούνια
καταλάβαιναν αν το κοπάδι ήταν ήρεμο, αν
είχε σκορπίσει, αν είχε μυριστεί λύκο ή
αν είχε βρει καινούργιο πέρασμα προς
ψηλότερο χορτάρι. Ο πατέρας του έλεγε
πως όποιος δεν ακούει τα κουδούνια δεν
θα ακούσει ούτε τον κίνδυνο όταν έρθει.
Η πρώτη του πραγματική ανάβαση έγινε
όταν ήταν 8 χρονών. Ο Γιώργης τον πήρε
μαζί του στις θερινές βοσκές πάνω από τη
γραμμή των δέντρων, εκεί όπου οι πλαγές
άνοιγαν γυμνές και ο ουρανός έμοιαζε πιο
κοντά από τη γη. Ο μικρός φορούσε
τσαρούχια που τουσαν τις φτέρνες και
κρατούσε ένα ραυδί από κρανιά.
Περπατούσαν πριν χαράξει με τα ζώα να
ανεβαίνουν αργά μέσα στην ασημένια ώρα
που τα πράγματα δεν έχουν ακόμη
αποφασίσει τι είναι. Πέτρα ή σκιά,
θάμνος ή άνθρωπος, ρίζα ή φίδη. Στα μισά
της ανηφόρας ο Νικόλας άρχισε να
λαχανιάζει. Ο πατέρας δεν γύρισε να τον
κοιτάξει. Μόνο σταμάτησε μπροστά σε έναν
βράχο, ακούμπησε το χέρι του στην πέτρα
και είπε πως το βουνό δεν νικέται με
βιασύνη. Πρέπει να του δίνεις την ανάσα
σου σιγά-σιγά. Αλλιώς θα την πάρει όλοι
μαζί.
Ο Νικόλας ντράπηκε να παραπονεθεί.
Έσφιξε τα δόντια και συνέχισε. Το βράδυ,
όταν έφτασαν στο καλύβι, ο Γιώργης του
έβγαλε τα τσαρούχια, καθάρισε τις πληγές
[μουσική] με ρακί και τίληξε τις φτέρνες
με πανί. Είπε μόνο πως την επόμενη φορά
θα ματώσει λιγότερο. Για το Νικόλα ήταν
έπαινος. Εκείνο το καλοκαίρι έμαθε την
πρώτη μεγάλη αλήθεια του βουνού. Κανένα
ζώο δεν εμφανίζεται εκεί όπου [μουσική]
το περιμένεις επειδή το θέλεις.
Ο λύκος δεν έρχεται όταν πεινάς για
εκδίκηση. Το αγριοκάτσικο δεν στέκεται
ακίμητο επειδή έχεις κουραστεί να το
ψάχνεις. Το φίδι δεν σε προειδοποιεί
επειδή είσαι παιδί. Όλα κινούνται για
τον δικό τους λόγο και ο άνθρωπος που
θέλει να τα βρει πρέπει πρώτα να πάψει
να πιστεύει πως ο κόσμος γυρίζει γύρω
από τη δική του ανάγκη. Μία μέρα ο
Γιώργης τον άφησε μόνο σε μια πλαγιά
κάτω από έναν άγριο κέντρο και του είπε
να κοιτάζει το πέρασμα.
Τα πρόβατα έβωσκαν χαμηλότερα. Ο πατέρας
πήγε τα χα να ψάξει ένα χαμένο αρνί. Ο
Νικόλας κάθισε στην αρχή περήφανος με το
ραυδί στα γόνατα σαν φρουρός. Πέρασε
λίγη ώρα ύστερα κι άλλη. Ο ήλιος
ανέβηκε. Οι πέτρες ζεστάθηκαν.
Μία μύγα γύριζε γύρω από το αυτί του. Το
πόδι του μούδιασε. Ο μικρός άρχισε να
κουνιέται, να πετάει πετραδάκια, να
χαράζει γραμμές στο χώμα. Όταν ο πατέρας
γύρισε, έδειξε απέναντι σε ένα σημείο
ανάμεσα σε δύο βράχους. Εκεί στεκόταν
μία λίκενα. Δεν ήταν κοντά, μα ήταν
αρκετά κοντά για να βλέπει το κοπάδι. Τα
μάτια της δεν ήταν θυμωμένα. Ήταν
υπομονετικά. Ο Νικόλας πάγωσε. Δεν την
είχε δει. Εκείνη όμως τον είχε δει από
την πρώτη στιγμή. Ο Γιώργης δεν σήκωσε
το τουφέκι. Άφησε τη λίκενα να χαθεί
πίσω από τη ράχη. Μετά κάθισε δίπλα στο
παιδί και είπε πως εκεί είχε κάνει τη
δουλειά της καλύτερα από εκείνον.
Παρακολουθούσε χωρίς να βαριέται.
Περίμενε χωρίς να φανερώνεται. Διάλεγε
τη στιγμή. Αν ήθελε αρνή θα το έπαιρνε
μόλις ο Νικόλας θα σηκωνόταν να τεντωθεί
ή θα κοίταζε αλλού. Ο πατέρας του έβαλε
μία πέτρα στην παλάμη. Η πέτρα ήταν
ζεστή από τον ήλιο. "Να γίνεσαι έτσι"
του είπε. "Η πέτρα δεν κοιτάζει και όμως
όλα περνούν μπροστά της. Δεν βιάζεται,
δεν ξεχνιέται, δεν ζητά από κανένα να
την προσέξει.
Από τότε ο Νικόλας άρχισε να ασκείται
στη σιωπή. Προσπαθούσε να κάθεται
ακίνητος όσο περισσότερο μπορούσε. Πρώτα
μέχρι να περάσει ένα σύννεφο. Ύστερα
μέχρι να γεμίσει η σκιά ενός δέντρου το
μισό μονοπάτι.
Ύστερα μέχρι να πλησιάσουν τα πουλιά.
Ανακάλυψε πως το σώμα έχει δική του φωνή
και παραπονιέται πιο πολύ από τον
άνθρωπο. Η μύτη φαγουρίζει, το γόνατο
πονά, το μάτι θέλει να ανηγοκλείσει, η
πλάτη ζητά να αλλάξει θέση. Όμως, αν δεν
απαντήσει σε αυτά τα μικρά παράπονα,
ύστερα από ώρα ο πένον,
ο πατέρας του έμαθε να περπατά χωρίς να
σπάζει κλαβί, να πατά πρώτα με το πλάι
του πέληματος, ύστερα να αφήνει βάρος
αργά, να μη στέκεται ποτέ στην
κορυφογραμμή, γιατί εκεί ο άνθρωπος
γίνεται σημάδι πάνω στον ουρανό. να
κατεβαίνει με τον άνεμο στο πρόσωπο όταν
ψάχνει ζώο, γιατί η μυρωδιά προδίδει πιο
γρήγορα από τον θόρυβο. Να κοιτάζει όχι
εκεί που κάτι κινείται, αλλά εκεί όπου
κάτι θα κινηθεί.
Τα βράβια στο καλύβι ο Γιώργης καθάριζε
το παλιό του τουφέκι. Ήταν κυνηγετικό,
φθαρμένο, με κοντάκι γυαλισμένο από
χέρια πολλών χρόνων. Όταν ο Νικόλας
έγινε 12 χρονών, ο πατέρας του το έδωσε
για πρώτη φορά άδειο. Του έδειξε πώς
κρατιέται, πώς ανασίνεις πριν πατήσεις
τη σκαντάλη, πώς δεν πολεμάς το
τρέμουλο, αλλά το αφήνεις να περάσει
μέσα από εσένα. Δεν του είπε ποτέ να
σημαδεύει την καρδιά. Του είπε να
σημαδεύει την απόφαση.
Όταν ο νους διστάζει, το χέρι ψεύδεται.
Όταν ο νους έχει ήδη δεχτεί αυτό που
πρέπει να γίνει, το χέρι ακολουθεί.
Δύο εβδομάδες αργότερα, ο λαγός δεν
ξέφυγε. Ο Νικόλας τον σημάδεψε χωρίς
χαρά και χωρίς βιασίνη. Όταν τον κράτησε
στα χέρια του, ένιωσε το σώμα ακόμη
ζεστό και μια παράξενη λύπη ανέβηκε μέσα
του. Ο πατέρας έκανε το σταυρό του και
είπε να τον ευχαριστήσει. Όχι τον
πατέρα, όχι το τουφέκι, το ζώο, γιατί
από τον θάνατό του θα έτρωγε το σπίτι. Ο
Νικόλας δεν ξέχασε ποτέ αυτή τη στιγμή.
Η θανάτωση δεν ήταν παιχνίδι, δεν ήταν
καύχημα. Ήταν βάρος που έπρεπε να
σηκώνεται ίσια. Στα 15 του ήξερε ήδη τα
περάσματα που δεν υπήρχαν σε κανέναν
χάρτη. Ήξερε ποια σπηλιά κρατούσε νερό
ακόμη και τον Αύγουστο. Ποια ράχη μάζευε
ο Μίχλη πριν από καταιγίδα. Ποια πέτρα
έκανε αντίλαλο που μπορούσε να μπερδέψει
άνθρωπο. Μπορούσε να κοιμηθεί καθιστώς
με το τουφέκι στα γόνατα και να ξυπνήσει
από την αλλαγή στον ήχο των κουδουνιών.
μπορούσε να σταθεί ακίνητος πίσω από
θάμνο, ώσπου μία πέρβικα να βγει σχεδόν
μπροστά στα πόδια του. Η πιο δύσκολη
δοκιμασία ήρθε ένα φτηνοπορινό απόγευμα
όταν λύκοι πήραν ένα αρνί. Ο πατέρας
βρήκε τα ίχνη, κοίταξε το αίμα πάνω στα
χαλίκια και είπε πως δεν θα τρέξουν πίσω
τους. Θα περιμένουν εκεί όπου θα
ξαναπεράσουν.
Ο Νικόλας δεν το πίστεψε. Η καρδιά του
ζητούσε καταδίωξη, οργή, θόρυβο.
Ο Γιώργης όμως τον οδήγησε σε μία στενή
διάβαση ανάμεσα σε δύο βράχια λίγο πάνω
από παλιό νεκροταφείο βοσκών.
Εκεί ξάπλωσαν μέσα στα χαμηλά κέδρα πριν
πέσει το φως. Πέρασαν ώρες. Το κρύο
ανέβηκε από το χώμα. Η υγρασία μπήκε στα
κόκκαλα. Ο Νικόλας άρχισε να τρέμει. Μα
ο πατέρας έβαλε το χέρι του πάνω στον
καρπό του σαν πέτρα που κρατά άλλη πέτρα
στη θέση της.
Μέσα στη νύχτα ακούστηκε πρώτα ένα
σχεδόν ανύπαρκτο τρίξιμο. Ύστερα σιωπή.
Έπειτα μία σκιά γλίστρισε στο πέρασμα. Ο
λύκος δεν περπατούσε σαν σκύλος. Έμοιαζε
να χύνεται πάνω στο έδαφος. Ο Γιώργης
δεν πυροβόλησε. Περίμενε τον δεύτερο,
μετά τον τρίτο. Μόνο όταν το τελευταίο
ζώο στάθηκε για μία ανάσα στο άνοιγμα,
το τουφέκι μίλησε. Ο λύκος έπεσε. Οι
άλλοι χάθηκαν χωρίς κραυγή. Ο Νικόλας
νόμιζε πως αυτό ήταν το μάθημα. Η καλή
θέση, η υπομονή, η σωστή στιγμή. Ο
πατέρας όμως είπε πως το μάθημα ήταν
άλλο. Ποτέ μην κυνηγάς αυτό που θέλει να
το κυνηγήσεις.
Ο θυμός είναι μονοπάτι που το ξέρει ο
εχθρός πριν από εσένα. Αν τρέξεις πίσω
από το αίμα, θα σε πάει εκεί όπου σε
περιμένουν δόντια. Αν περιμένεις εκεί
όπου η ανάγκη του άλλου τον αναγκάζει να
περάσει, τότε το βουνό κυνηγά μαζί σου.
Αυτή η φράση έμεινε μέσα στο Νικόλα
βαθύτερα από προσευχή. Το βουνό κυιγά
μαζί σου. Δεν σήμαινε πως η πέτρα είχε
ψυχή ή πως τα δέντρα έπαιρναν το μέρος
ανθρώπων. Σήμαινε πως ο άνθρωπος που
καταλαβαίνει τον τόπο παύει να παλεύει
μόνος. Η πλαγιά κρύβει την κίνησή του. Ο
άνεμος σβήνει τη μυρωδιά του. Το ρέμα
πνίγει τον ήχο του βήματος. Η σκιά
μικραίνει το σώμα του. Η υπομονή κάνει
τον χρόνο σύμμαχο.
Όποιος δεν τα ξέρει όλα αυτά βλέπει μόνο
πέτρες. Όποιος τα ξέρει βλέπει δρόμους,
παγίδες, καταφύγια και θανάτους που
ακόμη δεν έχουν συμβεί.
Τον τελευταίο ειρηνικό χειμώνα, πριν
αλλάξουν όλα, ο Γιώργης τον πήρε πάνω
από το φαράγκι. Το χιόνι είχε σκεπάσει
τις ξερολιφθιές και τα έλα τα λίγιζαν
από το βάρος. Στάθηκαν σε ένα ύψωμα από
όπου φαινόταν όλη η κοιλάδα, λευκή και
σιωπηλή. Ο πατέρας έδωσε στο Νικόλατο
του Φέκη και του είπε πως από εδώ και
πέρα ήταν δικό του όταν θα έλειπε
εκείνος. Ο Νικόλας κατάλαβε πως δεν
μιλούσε για ταξίδι. Οι πατεράδες στα
βουνά δεν έλεγαν συχνά τέτοια πράγματα,
μα όταν τα έλεγαν, ο θάνατος στεκόταν
κάπου κοντά και άκουγε. Ο Γιώργης έδειξε
τις ράχες μία-μία σαν να του παρέδιδε
κληρονομιά.
Εκεί περνά ο άνεμος όταν γυρίζει σε
νοτιά. Εκεί κρύβεται νερό κάτω από πάγο.
Εκεί μην πατήσεις την άνοιξη γιατί το
χώμα φεύγει. Εκεί αν σταθείς φαίνεσαι
από τρία χωριά.
Εκεί αν ξαπλώσεις δεν σε βρίσκει ούτε
γεράκι.
Ο Νικόλας άκουγε και απομνημόνευε.
Δεν ήξερε ακόμη πως αυτά τα λόγια θα
γίνονταν κάποτε χάρτης ζωής και θανάτου.
Πριν γυρίσουν, ο πατέρας του είπε το
τελευταίο μάθημα. Στο βουνό κανείς δεν
είναι μόνο κυνηγός. Κάθε στιγμή μπορεί
να γίνει θύραμα. Ο λύκος που κυνηγά το
αρνί φοβάται τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος που
κυνηγά τον λύκο φοβάται την καταιγίδα.
Η καταιγίδα δεν φοβάται κανέναν, μα και
αυτή περνά.
Γ αυτό ο καλός κυνηγός δεν
περηφανεύεται. Κοιτάζει, περιμένει,
ακούει και θυμάται πως το βουνό δεν
συγχωρεί εκείνον που νομίζει ότι έγινε
[μουσική] αφέντης του. Ο Νικόλας
κατέβηκε εκείνη τη μέρα πίσω στο χωριό
χωρίς να μιλήσει. Στο κατόφλι μητέρα του
τείναζε ένα μάλινο υφαντό και ο καπνός
από τις καμηνάδες ανέβαινε ίσιο στον
παγωμένο αέρα. Από τον Σταύλο ακούστηκε
ένα αρνί. Κάπου μακριά μέσα στο φαράγκι
αποκρύφηκε λύκος. Ο Νικόνας γύρισε προς
τον Μίχο με εκείνη την ήρεμη προσοχή που
είχε μάθει από παιδί. Δεν ήξερε ακόμη
από Γερμανούς κατοχή, αντίπεινα και
εκτελέσεις. Δεν ήξερε πως κάποτε
άνθρωποι με στολές θα ανέβαιναν αυτά τα
ίδια μονοπάτια πιστεύοντας ότι κυνηγούν
αντάρτες.
Ήξερε μόνο το βουνό. Και το βουνό
σιωπηλό και αυστηρό τον είχε ήδη
αναγνωρίσει για δικό του. Η είδηση του
πολέμου δεν έφτασε στον Άγιο Λουκά σαν
βροντί. Έφτασε σαν αντίλαλος, σπασμένος
από φαράγκια και πλαγές μέσα από στόματα
ανθρώπων που δεν ήξεραν τι ακριβώς είχαν
ακούσει.
Πρώτα είπε ο ταχυδρόμος πως οι Ιταλοί
πέρασαν τα σύνορα από την Αλβανία.
Ύστερα ένας μουράς από την Κόνιτσα
ορκίστηκε πως ο στρατός μας τους κρατάει
στα βουνά και τους σπρώχνει πίσω.
>> Μετά ήρθαν γράμματα από φαντάρους γεμάτα
λάσπη, χιόνι και λέξεις που οι μανάδες
διάβαζαν ξανά και ξανά. Στο χωριό άναψαν
κεριά στον Άγιο Γεώργιο, έδωσαν
κουβέρτες για το μέτωπο, έσφαξαν ζώα για
τους στρατιώτες και μιλούσαν με
περηφάνεια, αλλά και με σιωπηλή
ανησυχία.
Τα βουνά ήταν συνηθισμένα στον πόλεμο
έλεγαν [μουσική] οι γέροι. Η πέτρα
μένει. Ο άνθρωπος σκύβει το κεφάλι,
θάβει τους νεκρούς του και συνεχίζει.
Ο Νικόλας άκουγε και δεν μιλούσε. Ήταν
19 χρονών τότε, ψηλός πια, στεγνός, με
πρόσωπο που είχε πάρει το χρώμα της
πέτρας και μάτια συνηθισμένα να κοιτούν
μακριά. Δεν είχε πάει στο μέτωπο. Ο
πατέρας του είχε αρρωστήσει εκείνον το
χειμώνα. Τα ζώα έπρεπε να μείνουν σε
χέρια που ήξεραν τα περάσματα.
Ο Νικόλας νιώθε ντροπή που δεν κρατούσε
όπλο απέναντι στους Ιταλούς. Μα ο
Γιώργης του είπε πως ντροπή είναι να
εγκαταλείπεις εκείνους που εξαρτώνται
από εσένα. Την άνοιξη του 1941
η περηφάνεια έσπασε. Οι Γερμανοί
κατέβηκαν από το βορά με μηχανές,
αεροπλάνα και μία ταχύτητα που δεν
έμοιαζε ανθρώπινη.
Όσα είχαν κερδηθεί στα αλβανικά βουνά
χάθηκαν μέσα σε λίγες ημέρες. Στην αρχή
κανείς στο χωριό δεν το πίστευε. Έλεγαν
πως είναι φήμες, πως ο στρατός θα
κρατήσει.
Ύστερα εμφανίστηκε στον δρόμο ένας λόχος
Ελλήνων φαντάρων διαλυμμένων, χωρίς
τάξη, με πρόσωπα κίτρινα από την
κούραση. Ένας κάθισε δίπλα στη βρύση και
έκλαιγε. Τότε το χωριό κατάλαβε. Οι
πρώτοι κατακτητές που ανέβηκαν στον Άγιο
Λουκά ήταν Ιταλοί. Ήρθαν με μουλάρια,
δύο φορτηγά που έμειναν χαμηλά στον
δρόμο και έναν αξιωματικό με γάντια που
μιλούσε μέσα από διερμηναέα. Ζήτησαν
αυγά, τυρί, κατσίκια, κρασί, καταγραφή
των όπλων και δήλωση υπακοής.
Δεν φώναζαν πολύ, μα είχαν όπλα και πίσω
τους υπήρχε στρατός. Ο πρόεδρος παρέδωσε
ένα παλιό κυνηγετικό, δύο σκουριασμένα
περίστροφα και ένα χαλασμένο Μάνliχερ.
Το καλό του Φέκι του Γεώργη δεν
παραδόθηκε. Ο Νικόλας το έκρυψε σε μία
σκισμή πάνω από το παλιό εκκλησάκι της
Αγίας Παρασκευής, τυληγμένο σε λαδόπανο
και δέρμα Κατσίκας.
Οι σχισμοί φαινόταν μόνο όταν ο ήλιος
έπεφτε λοξά το απόγευμα. Ο πατέρας δεν
τον ρώτησε που το έβαλε. Μόνο έγνεψε.
Τους πρώτους μήνες η κατοχή έμοιαζε με
αρρώστια που δεν έχει δείξει ακόμη όλα
τα σημάδια της. Οι Ιταλοί έκαναν
περιπωλίες, έπαιρναν τρόφιμα, έβαζαν
απαγορεύσεις κυκλοφορίας, μα το χωριό
συνέχιζε να ζει. Οι γυναίκες ζήμωναν
λιγότερο ψωμί. Οι άντρες έκρυβαν σωδιά
σε λάκους σκεπασμένους με πέτρες. Τα
παιδιά έμαθαν να μη μιλούν μπροστά σε
ξένους. Στις νύχτες ακούγονταν ψήθυροι
για ανθρώπους που ανέβαιναν στα βουνά.
Ύστερα ήρθε ο λιμός. Δεν χτύπησε τον
Άγιο Λουκά, όπως χτύπησε την Αθήνα, όπου
έλεγαν πως άνθρωποι πέθαιναν στους
δρόμους. Στα βουνά υπήρχαν ακόμη
κάστανα, τραχανάς, λίγα όσπρια, γάλα
όταν τα ζώα άντεχαν. Όμως οι επιτάξεις
πλήθαιναν. Το λάδι έγινε θησαυρός. Το
αλάτι έγινε νόμισμα.
Οι άνθρωποι αδυνάτησαν, τα γλένδια
σώπασαν. Ο Νικόλας κατέβαινε συχνά σε
χαμηλότερα χωριά για ανταλλαγές.
Έπαιρνε τυρί και μαλλί. Γύριζε με
καλαμπόκι, αλάτι, σπύρτα ή νέα. Έτσι
άρχισε να βλέπει την κατοχή όχι σαν κάτι
μακρινό, αλλά σαν χέρι που έμπαινε σε
κάθε σπίτι. Είδοφύλακες, μαυραγορίτες
και έναν παπά να τρώει χαστούκι επειδή
παρακάλεσε για το σιτάρι της εκκλησίας.
Τον χειμώνα του 1942
εμφανίστηκαν οι πρώτοι αντάρτες. Δεν
μπήκαν στο χωριό με τραγούδια και
σημαίες. Ήρθαν μετά τα μεσάνυχτα
τέσσερις άντρες βρεγμένοι ως το κόκκαλο
με γένια, φταρμένα παλτά και όπλα
διαφορετικά μεταξύ τους. Ζήτησαν ψωμί,
πληροφορίες και έναν οδηγό για το
πέρασμα προς το μοναστήρι.
Ο πρόεδρος φοβήθηκε. Ο Γιώργης κοίταξε
το Νικόλα. Ο Νικόλας τους οδήγησε.
Περπάτησαν χωρίς φως. Οι αντάρτες στην
αρχή τον ακολουθούσαν δύσπιστα. Ύστερα
κατάλαβαν πως το παιδί ήξερε τη νύχτα
καλύτερα από όσο εκείνοι ήξεραν την
ημέρα. Τους πέρασε από μονοπάτι που δεν
κρατούσε πατήματα, μέσα από ρέμα που
έσβινε ίχνη. Κάτω από βράχια όπου η φωνή
δεν ταξίδευε. Στο μοναστήρι τους
περίμεναν άλλοι. Ένας άντρας με μαύρο
γέννη και μάτια πυρετώδη τον ρώτησε πώς
τον λένε. Ο Νικόλας απάντησε. Ο άντρας
είπε πως κάποτε θα χρειαστούν ανθρώπους
που ξέρουν τη γη. Ο Νικόλας δεν είπε ναι
ούτε όχι. Γύρισε στο χωριό πριν χαράξει.
Από τότε έγινε πέρασμα. Όχι ακόμη
αντάρτης. Κάτι ενδιάμεσο. Οδηγός, μάτι,
αυτή, σκιά. Άφηνε ψωμί σε συμφωνημένες
πέτρες. Μετρούσε ιταλικές περιπωλίες.
Παρατηρούσε ποιοι χωριανοί μιλούσαν πολύ
στους ξένους. έμαθε να κρύβει μηνύματα
μέσα σε κούφια γκλίτσα και να μεταφέρει
φυσίγκια κάτω από σακιά με καρύδια. Δεν
είχε πυροβολήσει άνθρωπο. Δεν ήθελε να
πυροβολήσει άνθρωπο. Όμως κάθε εβδομάδα
ο κόσμος γύρω του τον έσπρωχνε πιο κοντά
σε εκείνη τη στιγμή. Η πρώτη πραγματική
θηριοδία έγινε την άνοιξη. Σε ένα
γειτονικό χωριό τη Λικοράχη αντάρτες
χτύπησαν μικρή ιταλική φάλαγκα και πήραν
όπλα. Δύο στρατιώτες σκοτώθηκαν. Την
επόμενη μέρα οι Ιταλοί γύρισαν με
ενισχύσεις και χωροφύλακες. Μαζέψαν τους
άντρες στην πλατεία. Έψαξαν σπίτια.
Βρήκαν ένα κρυμμένο φυσίγκι και το
έκαναν απόδειξη συλλογικής ενοχής.
Έκαψαν αποθήκες, πήραν ζώα, χτύπησαν τον
δάσκαλο και εκτέλεσαν πέντε άντρες στον
τοίχο του νεκροταφείου.
Ο Νικόλας έφτασε μετά, όταν οι γυναίκες
ακόμη μυρολογούσαν.
Το χώμα ήταν σκούρο από αίμα. Ένα παιδί
καθόταν δίπλα σε ένα νεκρό και κρατούσε
το τσαρούχι του πατέρα του. Εκείνη τη
νύχτα ο Νικόλας δεν κοιμήθηκε. Κάθισε
έξω από το σπίτι και άκουγε τον άνεμο.
Δεν άκουγε λύκο, ούτε πρόβατο, ούτε
πουλί. Άκουγε κάτι άλλο. Ένα άδειο
βουητό σαν να είχε ανοίξει μέσα του
φαράγκι. Το καλοκαίρι του 1943
όλα άλλαξαν ξανά. Οι φήμες έλεγαν πως οι
Ιταλοί χάνουν τον πόλεμο, πως οι
Γερμανοί δεν τους εμπιστεύονται, πως οι
αντάρτες δυναμώνουν. Στα βουνά πια δεν
υπήρχε μία μόνο ομάδα. Υπήρχαν άντρες
του Ελλάς, άλλοι του εδές πιο δυτικά,
σύνδεσμοι, αγγελιαφόροι, βρετανοί με
ασυρμάτους και χρυσές λύρες. Οι χωρικοί
δεν καταλάβαιναν πάντα ποιος συμφωνούσε
με ποιον και ποιος μισούσε ποιον. Ήξεραν
μόνο πως ο κατακτητής ήταν κάτω στον
δρόμο και πως τα βουνά γέμιζαν όπλα.
Μετά τη συνθηκολόγηση των Ιταλών, οι
Γερμανοί ανέβηκαν οι ίδιοι και τότε η
κατοχή απέκτησε άλλο πρόσωπο. Δεν είχαν
την αμέλεια των Ιταλών ούτε την κούρασή
τους. Ήταν μεθοδικοί, ψυχρί, διαστικοί.
Έστησαν φυλάκια σε περάσματα, πήραν
ομήρους. Κρέμασαν προκηρύξεις σε καφενία
και εκκλησίες. Για κάθε επίθεση έλεγαν
θα εκτελούνται [μουσική] άμαχοι. Για
κάθε κρυμμένο όπλο θα καίγεται σπίτι. Οι
λέξεις οι μωρίτες έκανε το Νικόλα να
σφίγγει τα δόντια. Οι άντρες που είχε
οδηγήσει μέσα στη νύχτα δεν του είχαν
φανίσει μωρίτες. Ήταν πεινασμένοι,
κουρασμένοι, [μουσική] φοβισμένοι πολλές
φορές. Μα στα μάτια τους υπήρχε κάτι που
δεν είχε δει στους μαυραγορίτες και
στους διύρμηνες. Υπήρχε απόφαση.
Το χτύπημα που τον έσπρωξε οριστικά στο
βουνό έγινε το Σεπτέμβρη. Γερμανική
περίπουλος δέχτηκε πειρά σε στενό δρόμο
κάτω από τον Άγιο Λουκά. Κανείς στο
Γοριό δεν ήξερε ποια ομάδα το έκανε.
Σκοτώθηκε ένας Γερμανός δε 19 και
τραυματίστηκε οδηγός. Το επόμενο πρωί
ανέβηκαν φορτηγά όσο μπορούσαν και
ύστερα στρατιώτες με τα πόδια. Μαζί τους
ήταν δύο Έλληνες συνεργάτες με πολιτικά,
πρόσωπα σκυθροπά και μάτια που απέφευγαν
τους χωριανούς. Μάζεψαν τους ανθρώπους
στην πλατεία. Ο λοχαγός που διοικούσε
μιλούσε ήρεμα, σχεδόν ευγενικά. Ο
διερμηναέας φώναζε. Ήθελαν ονόματα.
Ποιοι βοηθούν τους αντάρτες, ποιος έχει
όπλα ποιος έδειξε το πέρασμα. Σιωπή. Ο
πρόεδρος έλεγε πως δεν ξέρουν. Ο παπάς
έλεγε πως είναι φτωχοί άνθρωποι, βοσκοί,
γυναίκες, παιδιά. Ο διερμηναέας γέλασε.
Τότε οι Γερμανοί άρχισαν να βγάζουν
άντρες από τη σειρά. πρώτα τον πρόεδρο,
μετά το δάσκαλο, μετά δύο αδέρφια που
είχαν γυρίσει από το αλβανικό μέτωπο,
μετά το Γιώργη Λιάκο. Ο Νικόλας έκανε
ένα βήμα μπροστά. Η μητέρα του τον
άρπαξε από το μανίκι με δύναμη που δεν
της ήξερε. Ο πατέρας του δεν γύρισε,
μόνο σήκωσε λίγο το κεφάλι σαν να άκουγε
άνεμο. Ο λοχαγός έδωσε διαταγή. Τους
έστησαν στον τοίχο του σχολείου, εκεί
όπου άλλοτε τα παιδιά μάθαιναν γράμματα.
Ο παπάς άρχισε να ψέλνει χαμηλά. Η φωνή
του έσπασε πριν τελείωσει. Οι
πυροβολισμοί αντύχησαν στα σπίτια και
γύρισαν από το φαράγκι σαν να
πυροβολούσε ολόκληρο το βουνό. Ο Νικόλας
δεν θυμόταν αν φώναξε. Δεν θυμόταν πώς
έπεσε η μητέρα του στα γόνατα. Δεν
θυμόταν ποιος τον κράτησε όταν όρμησε
μπροστά. Θυμόταν μόνο το πρόσωπο του
πατέρα του. Μετά ήταν παράξενα ήρεμο,
σαν να είχε αποκοιμηθεί ακούγοντας τα
κουδούνια του κοπαδιού.
Το ίδιο απόγευμα οι Γερμανοί έκαψαν τρία
σπίτια, πήραν 10 ζώα και κατέβηκαν πριν
ιχτώση. Άφησαν διαταγή να μη θαυτούν οι
εκτελεσμένοι πριν από την επόμενη μέρα.
Κανείς δεν υπάκουσε. Μόλις έπεσε
σκοτάδι, οι άντρες έσκαψαν πίσω από την
εκκλησία. Ο Νικόλας έβαλε τον πατέρα του
στο χώμα με τα χέρια του. Δεν έκλαψε.
Πριν χαράξει ανέβηκε στην Αγία
Παρασκευή. Έβγαλε το τουφέκι από τη
σχισμοί. καθάρισε το λαδόπανο, έλεγξε το
μέταλλο, μέτρησε τα φυσίγκια. Ήταν λίγα,
17ε όλα κι όλα. Τα έβαλε στην τσέπη
ένα-ένα, σαν να μετρούσε μέρες ζωής.
Έπειτα στάθηκε πάνω από το χωριό και
κοίταξε τις στέγες. Από τις καμινάδες
δεν έβγαινε ακόμη καπνός. Η μητέρα του
τον περίμενε στο κατόφλι όταν γύρισε.
Δεν τον ρώτησε που πάει. Το ήξερε. Του
έδωσε ένα κομμάτι ψωμί, λίγη μιζίθρα τη
λιγμένη σε πανή και το σταυρό του πατέρα
του. Ο Νικόλας δεν ήθελε να τον πάρει.
Εκείνη τον έκλεισε στην παλάμη του και
είπε πως ο άνθρωπος χρειάζεται κάτι να
τον βαραίνει. Αλλιώς ο θυμός τον σηκώνει
και τον πετάει στον κρεμό. Τότε μόνο τα
μάτια του γέμισαν, αλλά τα δάκρυια δεν
έπεσαν. Ανέβηκε μόνος προς το μοναστήρι.
Δεν πήρε το φαρδί μονοπάτι. Πήρε το ρέμα
ύστερα τη Σάρα. ύστερα το πέρασμα κάτω
από τις μαύρες πεύκες.
Περπατούσε όπως τον είχε μάθει ο πατέρας
του χωρίς βιασήμη, χωρίς να σπάει κλαβή,
με τον άνεμο στο πρόσωπο.
Όταν έφτασε, οι αντάρτες τον είδαν από
μακριά και σήκωσαν όπλα. Ο άντρας με το
μαύρο γέννη, εκείνος που τον είχε
ρωτήσει το όνομά του μήνες πριν, τον
αναγνώρισε.
"Ήρθες τελικά" είπε. Ο Νικόλας ακούμπησε
το τουφέκι στο νόμο και κοίταξε πίσω του
προς το χωριό που δεν φαινόταν πια. Δεν
ήρθα για τραγούδια απάντησε. Ο
καπετάνιος είδε τη στάχτη στα ρούχα του,
το χώμα στα χέρια, το βλέμμα που δεν
ζητούσε παρηγοριά.
Έπειτα έγνεψε και του έδειξε τη φωτιά.
Τότε κάθισε θα μάθει στον πόλεμο. Ο
Νικόλας δεν κάθισε αμέσως. Κοίταξε τις
πλαγές, τις σκιές, τις πέτρες, τα μέρη
όπου θα μπορούσε να κρυφτεί άνθρωπος και
τα μέρη που θα πέθαινε αν πίστευε πως
κρύφτηκε καλά. Ο πόλεμος που του
υποσχέθηκαν δεν ήταν καινούργιος τόπος.
Ήταν το ίδιο βουνό, μα γεμάτο ανθρώπους
που δεν καταλάβαιναν τους κανόνες του.
Και για πρώτη φορά από την εκτέλεση του
πατέρα του, μέσα στην παγωμένη σιωπή που
είχε ανοίξει στο στήθος του, ο Νικόλας
ένιωσε κάτι καθαρό. Όχι χαρά, όχι
ανακούφιση.
Μία απόφαση. Οι Γερμανοί είχαν ανέβει
στα βουνά πιστεύοντας πως φέρνουν τον
φόβο μαζί τους. Δεν ήξεραν ακόμη πως τα
βουνά είχαν ήδη διαλέξει τον δικό τους
κυνηγό. Στην αρχή οι αντάρτες δεν ήξεραν
τι να κάνουν με τον Νικόλα. Μπορούσε να
οδηγήσει η ομάδα μέσα από νύχτα χωρίς
φεγγάρι. Να βρει νερό εκεί όπου άλλοι
έβλεπαν μόνο ξερό βράχο. Να καταλάβει
αποσπασμένο χορτάρι αν είχε περάσει η
γερμανική περίπολος. Μα στον πόλεμο των
ανταρτών έπρεπε να φαίνεται και θάρος.
Έπρεπε να φωνάζεις όταν οι άλλοι
φώναζαν, να πυροβολείς όταν άρχιζε η
συμπλοκή. Ο Νικόλας δεν έκανε τίποτα από
αυτά όπως το περίμεναν. Στις πρώτες
αποστολές τον έβαλαν με τους οδηγούς.
Περπατούσε μπροστά με το παλιό του
τουφέκι στο νόμο και το κεφάλι ελαφρά
γερμένο, σαν να άκουγε κάτι που οι άλλοι
δεν άκουγαν. Δεν τραγουδούσε, δεν
έύριζε, δεν έλεγε ιστορίες. σταματούσε
απότομα, κοίταζε μια πέτρα, ακουμπούσε
το χώμα με δύο δάχτυλα. Ύστερα άλλαζε
δρόμο χωρίς εξήγηση.
Μια νύχτα κοντά στο πέρασμα της
κορομιλιάς, ο καπετάνιος θύμωσε. Η ομάδα
έπρεπε να φτάσει πριν ξημερώσει σε
σημείο ενέδρας. Ο Νικόλας σταμάτησε και
αρνήθηκε να συνεχίσει από το μονοπάτι.
Είπε μόνο πως το μονοπάτι μύριζε
άνθρωπο. Οι άλλοι γέλασαν. Ο καπετάνιος
τον έπιασε από το μανίκι και του είπε να
μη φοβάται σκιες. Ο Νικόλας έσκυψε,
σήκωσε από το χώμα ένα μικρό κομμάτι
καπνού και το έβηξε. Δεν ήταν
αποχωριάτικο τσιγάρο. Ήταν γερμανικός
καπνός. Όχι τσαρούχι, όχι πέδυλο, όχι
παλιό ελληνικό άρβυλο. Γερμανική μπότα.
Ο καπετάνιος σόπασε. Πήραν άλλο δρόμο
μέσα από ο ρέμα που τους έσκησε τα
πόδια. Το πρωί έμαθαν από τσοπάνι. πως
οι Γερμανοί περίμεναν πράγματι στο
πέρασμα. Από τότε τον άκουγαν
περισσότερο, αλλά δεν τον καταλάβαιναν
καλύτερα. Οι περισσότεροι αντάρτες είχαν
μάθει τον πόλεμο με τρόπο βίαιο και
άμεσο. Χτυπούσαν γρήγορα, έπαιρναν όπλα
ή τρόφιμα και χάνονταν. Στις κακές μέρες
οι Γερμανοί απαντούσαν με όλμους
πολυβόλλα, ομήρους και φωτιά.
Κάθε επιτυχία είχε τίμημα.
Ένα φορτηγό ανατιναγμένο στον δρόμο
μπορούσε να σημαίνει 10 νεκρούς σε χωριό
που δεν είχε δει καν τους αντάρτες.
Η πρώτη ενέδρα στην οποία πήρε μέρος
έγινε σε στενό δρόμο κάτω από ένα
πέτρινο γεφύρι. Οι αντάρτες είχαν
πληροφορία πως θα περνούσε μικρή
γερμανική φάλαγκα με τρόφιμα και
πυρομαχικά.
Έστησαν άρκι, μοίρασαν θέσεις, έβαλαν
δύο άντρες με όπλοπολυβόλο σε ύψωμα και
τους υπόλοιπους πίσω από ξερολιθιές.
Ο Νικόλας βρήκε τη θέση του πολύ κακή.
Το ύψωμα είχε καθαρό ορίζοντα. Άρα
όποιος πυροβολούσε από εκεί θα φαινόταν
αμέσως. Δεν είπε τίποτα άλλο. Πήγε μόνος
του χαμηλότερα πίσω από πέτρα που
έμοιαζε άχρηστη. Από εκεί όμως έβλεπε
όχι το φορτηγό, αλλά το μέρος όπου θα
έτρεχαν οι Γερμανοί όταν θα άρχιζαν τα
πειρά. Η νάρκη έσκασε κάτω από το πρώτο
φορτηγό. Ο δρόμος γέμισε καπνό, φωνές
[μουσική] και χώμα. Οι αντάρτες άρχισαν
να πυροβολούν όλοι μαζί. Για λίγα
δευτερόλεπτα φάνηκε πως είχαν κερδίσει.
Ύστερα οι Γερμανοί, εκπαιδευμένοι και
ψύχρεμοι απλώθηκαν δεξιά και αριστερά.
[μουσική] Βρήκαν κάλυψη, έστησαν
πολυβόλο και άρχισαν να σαρώνουν το
ύψωμα. Οι άντρες πίσω από τις ξερολιθιές
κόλλησαν στις θέσεις τους γιατί κάθε
κίνηση σήμανε σφαίρα. Ο Νικόλας είδε
έναν Γερμανό 19 να σηκώνεται για να
[μουσική] δώσει σήμα σε ομάδα που
πήγαινε να κυκλώσει τους αντάρτες από το
ρέμα. Δεν σημάδεψε το στήθος. Σημάδεψε
το σημείο που θα βρισκόταν το κεφάλι
όταν ο άντρας θα τελείωνε την κίνηση.
Πυροβόλησε μία φορά. Ο δε 19 έπεσε χωρίς
να ολοκληρώσει τη διαταγή. Ο Νικόλας
μετακινήθηκε αμέσως. Όχι προς τα πίσω
αλλά πλάγια και χαμηλά.
Δύο γερμανικές σφαίρες χτύπησαν την
πέτρα όπου ήταν πριν. Ξεαγγέμισε,
περίμενε. Η δελον στρατιώ την αγωνατίζει
πίσω από ρίζα για να σημαδέψει τον
καπετάνιο. Δεύτερη βολή. Η κυκλωτική
κίνηση σταμάτησε για αρκετό χρόνο ώστε
οι αντάρτες να τραβηχτούν. Η ενέδρα δεν
ήταν νίκη.
>> Πήραν λίγα κιβότια, έχασαν τρεις άντρες
και άφησαν πίσω δύο τραυματίες που
αργότερα βρέθηκαν εκτελεσμένοι.
Όμως, χωρίς τις δύο βολές του Νικόλα θα
είχαν χαθεί περισσότεροι. Το βράδυ στο
λιμέρι ο καπετάνιος τον ρώτησε πώς ήξερε
που να σταθεί. Ο Νικόλας είπε πως δεν
στάθηκε εκεί όπου φαίνεται ο δρόμος,
αλλά εκεί όπου φαίνεται η διαφυγή.
Ο καπετάνιος χαμογέλασε κουρασμένα και
είπε πως ο βοσκός σκέφτεται ανάποδα.
Ο Νικόλας απάντησε πως το θύραμα σπάνια
πεθαίνει εκεί όπου το πρωτοβλέπεις.
Πεθαίνει εκεί όπου το σπρώχνει ο φόβος.
Μετά από εκείνη την ενέδρα άρχισαν να
του δίνουν πιο δύσκολες δουλειές.
Παρατήρηση γερμανικών φυλακείων,
εντοπισμό διαδρομών, εξουδετέρωση σκοπών
πριν από σαμποτάζ.
Σε μία συμπλοκή κοντά σε καμένο φυλάκιο
πήρε ένα ιταλικό καρκάνο με λίγα
φυσίγκια. Ένας βρετανός σύνδεσμος του
έδωσε αργότερα κιάλια και τότε ο Νικόλας
ανακάλυψε πως τα κιάλια δεν έφερναν μόνο
κοντά τον εχθρό. Έφερναν κοντά και τις
συνήθειές του. Οι Γερμανοί ήταν
ακριβείς. Άλλαζαν σκοπιές σε
συγκεκριμένες ώρες. Οι αξιωματικοί
έβγαιναν για επιθεώρηση με τρόπο που
επαναλαμβανόταν.
Οι αγγελφόροι διάλεγαν τον ίδιο βράχο
για να ανάψουν τσιγάρο όταν πίστευαν πως
δεν τους βλέπει κανείς. Οι Σκοποί
κοίταζαν περισσότερο τον δρόμο και
λιγότερο τις πλαγές γιατί είχαν μάθει να
φοβούνται ενέδρες από εκεί όπου θα
στεκόταν λογικό στρατιώτης.
Δεν υπολόγιζαν σκισμές, γκρεμούς, τρύπες
κάτω από θάμνους, παλιές στέρνες.
Μα οι Γερμανοί μάθαιναν κι αυτοί. Μετά
τους πρώτους σκοτωμένους παρατηρητές
άρχισαν να αλλάζουν θέσεις. Έβαλαν
διπλούς σκοπους, ψεύτικες φιγούρες με
κράνη και κρυφούς παρατηρητές που
περίμεναν τον πυροβολισμό για να
εντοπίσουν το σκοπευτή. Ένας αντάρτης
από άλλο τμήμα σκοτώθηκε έτσι. Οι
αντάρτες μίλησαν για ατυχία. Ο Νικόλας
είδε μέθοδο. Κατάλαβε πως οι Γερμανοί
δεν προστάτευαν απλώς τους άντρες τους.
Κυνηγούσαν τον κυνηγό.
Άφναν δόλωμα και περίμεναν την
αντίδραση.
Αυτό δεν τον τρόμαξε. Του φάνηκε σχεδόν
οικείο. Έτσι κυνηγούσαν και η λίκη όταν
ήθελα να τραβήξουν σκύλο μακριά από το
κοπάδι. Ένας φανερωνόταν, ο άλλος
περίμενε στο πλάι. Ο σκύλος που έτρεχε
πρώτος πέθαινε πρώτος. Τότε ο Νικόλας
άρχισε να φτιάχνει δικά του δολώματα.
Όχι βιαστικά. Όχι όπως οι στρατιώτες που
σήκωναν κράνο σε ξύλο και νόμιζαν πως
ξεγέλασαν το θάνατο. Εκείνος ήξερε πως
το δόλωμα πρέπει να έχει ιστορία. Ένα
άδειο παλτό δεν μπήθη κανέναν. Ένα παλτό
μισοκριμένο πίσω από πέτρα, δίπλα σε
φρέσκο αποτύπωμα και λίγο καπνό από
τσιγάρο, αρχίζει να μοιάζει με άνθρωπο.
Άφηνε ίχνη που οδηγούσαν σε λάθος
κρυψώνα και μετά καθόταν αλλού. Η πρώτη
φορά που το τέχνασμα πέτυχε έγινε κοντά
σε μία έρημη εκκλησία του προφήτη Ηλία.
Οι Γερμανοί είχαν στείλει δύο σκοπευτές
για να καλύπτουν τον δρόμο. Ο Νικόλας
βρήκε τη θέση τους όχι από λάμψη, αλλά
από την απουσία πουλιών. Όλη η πλαγιά
ζούσε εκτός από ένα μικρό κομμάτι κάτω
από έναν σκίνο. Εκεί η σιωπή ήταν πολύ
τακτοποιημένη. Έστησε λοιπόν ένα ψεύτικο
παρατηβητήριο σε χαμηλό τοίχο, με παλιό
σκούφο και άκρη από μανίκι και τράβηξε
αργά το νήμα. Ο γερμανικός πυροβολισμός
ήρθε σχεδόν αμέσως. Ο σκούφος τηνάχτηκε.
Ο Νικόλας είδε τη μικρή κίνηση κάτω από
τον σκίνο. Περίμενε μέχρι ο σκοπευτής να
σηκώσει ξανά ελάχιστα το κεφάλι για να
επιβεβαιώσει. Τότε πυροβόλησε.
Ο δεύτερος Γερμανός δεν αντέδρασε με
πειρά. Έμεινε κρυμμένος. Ήταν καλύτερος.
Ο Νικόλας περίμενε μαζί του μέχρι που ο
ήλιος άλλαξε πλευρά και η σκιά του
σχήνου μίκρυνε. Τότε ο δεύτερος
αναγκάστηκε να μετακινηθεί λίγα δάχτυλα
για να μη φωτιστεί. Αυτή η μικρή
μετακίνηση ήταν αρκετή. Οι αντάρτες που
παρακολουθούσαν από μακριά είπαν
αργότερα πως δεν είδαν καν που [μουσική]
ήταν ο Νικόλας. Άκουσαν δύο
πυροβολισμούς δικούς του σε διάστημα
τριών ωρών και ύστερα είδαν τους
Γερμανούς να σέρνουν δύο σώματα. Εκείνο
το βράδυ κάποιος τον είπε αετό, άλλος
τον είπε φίδη. Ο καπετάνιος είπε να
σωπάσουν γιατί τα παρατσούκλια κάνουν
τους άντρες απρόσεκτους. Ο Νικόλας δεν
χαμογέλασε. Σκεφτόταν μόνο πως ο
δεύτερος σκοπευτής ήταν υπομονετικός.
Αν είχε περιμένει λίγο ακόμη, ίσως ο
ίδιος να έκανε λάθος. Με κάθε αποστολή
μάθαινε κάτι καινούργιο.
Έμαθε πως ο άνθρωπος φοβάται περισσότερο
αυτό που δεν μπορεί να τοποθετήσει στον
χάρτη. Μια επίθεση από γνωστό ύψωμα
προκαλεί απάντηση. Μια βολή από αδύνατο
σημείο προκαλεί φαντασία.
Οι Γερμανοί άρχισαν να πυροβολούν σκιές.
Έστεν περιπό πόλους να ψάξουν άδειες
σπηλιές. Έκοβαν θάμνους που δεν έκρυβαν
τίποτα. Έβαζαν φωτιά σε ξερά χόρτα για
να ξετρυπώσουν ανύπαρκτους αντάρτες, ενώ
ο Νικόλας βρισκόταν μερικές φορές πίσω
τους σε θέση τόσο ταπεινή που κανείς δεν
την θεωρούσε θέση. Μια φορά κρύφτηκε
μέσα σε παλιά στέρνα, στεγνή από χρόνια,
με το σώμα διπλωμένο σε στάση που του
έκοβε την αναπνοή.
Από μια ρογμή στο χύλος έβλεπε την αυλή
φυλακείου.
περίμενε τέσσερις ώρες για έναν λοχεία
που χτυπούσε χωρικούς στις ανακρίσεις.
Όταν ο Λοχίας βγήκε κρατώντας ένα παιδί
από το Γιακά, ο Νικόλας ένιωσε το
δάχτυλό του να σκληραίνει στη σκανδάλη,
μα δεν πυροβόλησε. Το παιδί ήταν πολύ
κοντά. Περίμενε. Ο Λοχίας το έσπρωξε
μακριά και γύρισε να γελάσει σε έναν
άλλο στρατιώτη.
Τότε οι βολή ήρθεσαν τελεία στο γέλιο
του. Αυτή τη φορά οι Γερμανοί αντέδρασαν
με λίσσα.
Έψαξαν τα γύρω κτίσματα, έριξαν
χειροβομβίδες σε δύο μαντριά, χτύπησαν
γέρους, απείλησαν να κάψουν το κοντινό
χωριό. Ο Νικόλας έμεινε στη στέρνα μέχρι
τη νύχτα. Στο λιμέρι ο καπετάνιος τον
μάλωσε. Ο Νικόλας είπε πως αν έφευγε θα
τον έβλεπαν. Αν έμενε έψαχναν αλλού. Μια
μέρα θα πιστέψεις πως είσαι πέτρα και θα
ξεχάσεις πως έχεις αίμα του είπε ο
καπετάνιος.
Ο Νικόλας δεν απάντησε. Ήξερε πως έχει
αίμα.
Το ένιωθε κάθε φορά που έμενε ακίνητος
και η καρδιά του χτυπούσε τόσο δυνατά
που φοβόταν μήπως την ακούσουν. Η πέτρα
δεν φοβάται. Εκείνος φοβόταν. Απλώς είχε
μάθει να αφήνει τον φόβο να περνά μέσα
του χωρίς να κουνάει το σώμα. Ως το
τέλος του φθινοπόρου οι Γερμανοί είχαν
αρχίσει να αλλάζουν συμπεριφορά στον
τομέα του. Οι οδηγοί δεν κατέβαιναν πια
άνετα από τα φορτηγά. Οι αξιωματικοί
απέφευγαν ανοιχτά σημεία. Οι Σκοποί
έβαζαν τα κράνι σε πέτρες πριν σηκώσουν
κεφάλι. Οι περίπολοι κοιτούσαν ψηλά,
χαμηλά, πίσω, παντού και αυτή η προσοχή
τους έκανε αργούς. Οι αντάρτες το
ένιωσαν αμέσως. Κάποιος χωρικός από τα
κάτω χωριά έφερε την πρώτη φήμη. Στο
γερμανικό φυλάκειο μιλούσαν για έναν
αόρατο σκοπευτή. Άλλοι έλεγαν πως ήταν
ομάδα, άλλοι πως ήταν Βρετανός.
Ένας μεθισμένος συνεργάτης είπε στο
καφενί πως οι Γερμανοί τον λένε φάντασμα
γιατί χτυπά από μέρη όπου δεν μπορεί να
υπάρχει άνθρωπος. Οι αντάρτες γέλασαν
όταν το άκουσαν. Το όνομα κόλλησε
γρήγορα. Το φάντασμα.
Ο Νικόλας το μισούσε. Τα φαντάσματα δεν
πεινούν, [μουσική] δεν κρυώνουν, δεν
κάνουν λάθη. Εκείνος ήταν άνθρωπος που
είχε μάθει να μη φαίνεται.
Ένα βράδυ μόνος πάνω από το φαράγκι
έβγαλε από το λαιμό του τον σταυρό του
πατέρα του και τον κράτησε στην παλάμη.
Κάτω στο δρόμο φαινόταν μικρή γερμανική
φάλαγκα να κινείται με σβιστά φώτα. Ο
Νικόλας σκέφτηκε τη φράση του Γιώργη πως
ποτέ δεν είσαι μόνο κυνηγός. Κάθε στιγμή
μπορεί να γίνεις θύραμα. Οι πρώτες του
βολές είχαν δώσει θάρος στους δικούς του
και φόβο στους εχθρούς. Μα είχαν
τραβήξει και βλέμματα κάπου σε κάποιο
διοικητήριο. Κάποιος Γερμανός
αξιωματικός θα ένωνε σημεία [μουσική] σε
χάρτη και θα αναρωτιόταν από πού έρχεται
ο θάνατος. Ο Νικόλας έβαλε ξανά τον
σταυρό στο λαιμό του, πήρε το τουφέκι
και χάθηκε ανάμεσα στις πέτρες. Δεν
ήξερε το όνομα εκείνου που θα ρεχόταν.
Δεν ήξερε ακόμη πως οι πρώτες του νίκες
είχαν ανοίξει έναν άλλο πόλεμο, πιο
σιωπηλό και πιο προσωπικό. Ήξερε μόνο
πως το βουνό είχε αρχίσει να μιλάει στη
γλώσσα του. Και οι Γερμανοί για πρώτη
φορά άρχισαν να το ακούν. Ο άνθρωπος που
έστειλαν για να κυνηγήσει το Νικόλα δεν
έμοιαζε με τους άλλους αξιωματικούς.
Δεν είχε την αλαζωνική βιασύνη όσων
πιστεύουν πως ο χάρτης είναι η ίδια η
γη. Δεν φώναζε χωρίς λόγο. Δεν στεκόταν
σε ανοιχτό μέρος παραπάνω από όσο
χρειαζόταν. Ονομαζόταν Riner, λοχαγός
των ορεινών κυμιγών. Πριν από τον πόλεμο
είχε μεγαλώσει στις βαβαρικές άλπις
γιοςσοφύλακα κυγός αγριόγειδων.
Δεν κοιτούσε τον τόπο σαν εχθρικό κενό.
Τον διάβαζε.
Ο Rερ έφτασε στο παλιό σχολείο που οι
Γερμανοί είχαν κάνει διοικητήριο μαζί με
έξι άντρες. Ο διοικητής του τομέα, ένας
ταγματάρχης με νευρικά χέρια, του έδειξε
τον χάρτη με τους κόκκινους σταυρούς και
μίλησε για συμμορίτες, πρετανική
εκπαίδευση και τιμωρία. Ο RER άκουσε
χωρίς να διακόψει. Ύστερα [μουσική]
εξέτασε τους τελευταίους νεκρούς στην
αποθήκη. Δεν έδειξε αποστροφή. Ο θάνατος
για αυτόν ήταν πληροφορία.
Βγήκε έπειτα στην αυλή και κοίταξε τις
πλαγές.
Δεν είναι Βρετανός είπε. Ο ταγματάρχης
συνοφριώθηκε.
Πώς το ξέρετε
επειδή δεν σκέφτεται σαν στρατιώτης. Δεν
διαλέγει τις καλύτερες θέσεις. διαλέγει
όσες εμείς απορρίπτουμε χωρίς να τις
εξετάσουμε.
Τότε είναι τυχερός. Ο Rerρ γύρισε αργά
προς αυτόν. Κανείς δεν είναι τόσο
τυχερός τόσες φορές.
Τρεις ημέρες δεν έγινε καμία επίθεση.
Αυτό ανησύχησε το Μικόλα. Έστεναν
περιπόλους, έκεγαν θάμνους, έστειναν
πρόχειρες παγίδες. Τώρα υπήρχε ησυχία.
Όχι ησυχία φόβου, αλλά ησυχία
παρατήρησης. Από ένα ύψωμα πάνω από το
φαράγκι, ο Νικόλας είδε αλλαγές που ο
άλλος ίσως να μην πρόσεχε. Οι σκοποί δεν
στέκονταν πια μόνο εκεί όπου υπήρχε
καθαρή θέα. Στέκονταν και εκεί όπου θα
στεκόταν κάποιος που ήθελε να δει ποιος
κοιτάζει τη θέα. Οι περίπολοι άφηναν τον
δρόμο σαν δόλωμα. Οι ψεύτικες φιγούρες
δεν ήταν πια κράνη πάνω σε ξύλα. Ήταν
σκέψη. Ο καπετάνιος του λιμεριού χάρηκε
στην αρχή. Φοβήθηκαν. είπε ο Νικόλας.
Δεν συμφώνησε. Κοίταξε προς το παλιό
μοναστήρι που οι Γερμανοί
χρησιμοποιούσαν ως παρατηρητήριο.
Όχι είπε. Σταμάτησαν να φωνάζουν για να
ακούσουν.
Το πρώτο μήνυμα του Riner ήρθε με τρόπο
που μόνο ο Νικόλας κατάλαβε. Σε μία ράχη
όπου ο ίδιος είχε στήσει παλιότερα
ψεύτικο ίχνος βρέθηκε ένα άγιο γερμανικό
φυσίγκιο όρθιο πάνω σε επίπεδη πέτρα.
Δίπλα του υπήρχαν τρεις μικρές πέτρες σε
γραμμή στραμμένες προς τη λάθος
κατεύθυνση.
Οι άλλοι αντάρτες είπαν πως ήταν
σύμπτωση. Ο Νικόλας έμεινε σκυμένος
πολλή ώρα. Κάποιος του έλεγε ότι είδε το
τέχνασμα και δεν το ακολούθησε. Κάποιος
έλεγε πως το παιχνίδι άλλαξε.
Την επομένη βγήκε μόνος. Πέρασε μέσα από
έλατα, κατέβηκε σε ρέμα και ανέβηκε από
γυμνή σάρα που γλιστρούσε σε κάθε βήμα.
Ήθελε να δει τον άνθρωπο που είχε βάλει
το Φυσίγκιο, όχι το πρόσωπό του, το
μυαλό του. Σταμάτησε πάνω από γερμανικό
φυλάκιο και περίμενε ως το απόγευμα.
Κανείς δεν βγήκε απρόσεκτα. Κανείς δεν
άναψε τσιγάρο σε συνηθισμένο σημείο.
Κανένας αξιωματικός δεν στάθηκε να
δείξει κάτι με το χέρι. Όλα ήταν πολύ
σωστά. Αυτό τον έπισε περισσότερο από
οποιαδήποτε εμφάνιση. Ο αντίπαλος δεν
έψαχνε βιαστικά στόχο. Έσθνε καθρέφτη. Η
πρώτη πραγματική αναμέτρηση έγινε κοντά
στο γεφύρι της μαύρης Ράχης. Οι αντάρτες
σχεδίαζαν να περάσουν πυρωμαχικά από το
ένα λιμέρι στο άλλο. Ο Νικόλας είχε
ελέγξει το μονοπάτι δύο φορές και δεν
είχε βρει ίχνος. Αυτό τον ενόχλησε. Ένα
μονοπάτι δεν είναι ποτέ τελείως καθαρό.
Εκείνο έμοιαζε σαν κάποιος να είχε
σβήσει όχι τα ίχνη του, αλλά την ίδια
την τυχαιότητα.
Διέταξε τους φορτωτές να περιμένουν. Ο
καπετάνιος αγανάκτησε γιατί ο χρόνος
πίεζε. Ο Νικόλας ξάπλωσε πίσω από χαμηλό
θάμνο και κοίταξε πολλή ώρα το απέναντι
πρανές. Τελικά είδε κάτι σχεδόν
ασήμαντο. Μια πεκοβελόνα κρεμόταν από
κλαδί χωρίς να την κουνά ο αέρας. Ήταν
δεμένη με λεπτή κλωστή. Αν περνούσε
άνθρωπος θα τραβούσε σήμα. Όχι έκρηξη,
όχι θόρυβος, σήμα παρατήρησης.
Ο Rερ δεν ήθελε να σκοτώσει το φορτίο.
Ήθελε να δει ποιος θα σταματούσε την
μποπή. Ο Νικόλας χαμογέλασε για πρώτη
φορά μετά από καιρό, όχι από χαρά, αλλά
από αναγνώριση. Ο άλλος κυνηγούσε τον
οδηγό, όχι το κοπάδι. Δεν έκοψε την
κλωστή. έστειλε τους φορτωτές πίσω,
γέμισε ένα σαμάρι με πέτρες και το έδωσε
σε μουλάρι που ήξερε να ακολουθεί μόνο
του το μονοπάτιο στη στροφή.
Όταν το ζώο πέρασε, η κλωστή τεντώθηκε.
Από το απέναντι πρανές δεν ακούστηκε
πυροβολισμός.
Ο Rερ δεν δάγκωσε το δόλωμα. Η σιωπή
κράτησε μέχρι να σκοτεινιάσει. Το βράδυ
σε βράχο πάνω από το γεφύρι ο Νικόλας
βρήκε δεύτερο άδειο φυσίγκιο. Αυτή τη
φορά ήταν πλασμένο, στραμμένο προς τον
βορά.
Έμοιαζε με χαιρετισμό ή με
προειδοποίηση.
Ο RER από τη δική του πλευρά άρχισε να
συντάσει σημειώσεις.
Δεν έγραφε για συμμορίτη. Έγραφε για
κυνηγό. Σημείωνε πως ο Έλληνας δεν
σκότωνε όταν η θέση αποκάλυπτε πολλά,
πως χρησιμοποιούσε τον άνεμο και πως δεν
επέστρεφε ποτέ σε τέχνασμα, αφού αυτό
γινόταν κατανοητό.
Αυτός ο αντίπαλος του θύμιζε παλιό
αγριόγειδο που δεν ακολουθεί το κοπάδι.
Γι αυτό έστησε τη δεύτερη παγίδα όχι με
στόχο, αλλά με απουσία. Διέταξε να
εγκαταληφθεί για μία ημέρα ένα μικρό
φυλάκιο κοντά στην Αγία Παρασκευή. Άφησε
όμως μέσα ένα σακεία αλεύρι, δύο κιβότια
κονσέρβες και φαινομενικά ξεχασμένα
φυσίγκια. Ήξερε πως οι αντάρτες
πεινούσαν. Ήξερε πως το χωριό πεινούσε.
Το δόλωμα δεν ήταν στρατιωτικό, ήταν
ανθρώπινο. Οι αντάρτες ήθελαν να το
πάρουν αμέσως. Ο καπετάνιος είπε πως
τέτοια ευκαιρία δεν ξαναβρίσκεται.
Ο Νικόλας κοίταζε το φυλάκιο από μακριά.
Όλα έμοιαζαν σωστά. Ακριβώς γ αυτό ήταν
λάθος. Οι Γερμανοί δεν ξεχνούν αλεύρι σε
πεινασμένο τόπο, ούτε φυσίγκια σε
πόλεμο. Τη νύχτα πλησίασε μόνος. Δεν
μπήκε από την πόρτα. Ανέβηκε από πίσω
ανάμεσα σε πουρνάρια και στάθηκε πάνω
από τη στέγη. Από κενός της χιστόπλακα
είδε το εσωτερικό. Το σακία αλεύρι ήταν
σκισμένο σαν από βιασίνη. Τα φυσίγκια
υπερβολικά τακτοποιημένα.
Πίσω από τον απέναντι τοίχο σε μια μικρή
τρύπα κάτι γιάλισε.
Όχι μάτι. Διόπρα.
Ο Rερ ήταν εκεί ή κάποιος δικός του.
Περίμενε τον άνθρωπο που θα καταλάβαινε
την παγίδα και θα προσπαθούσε να τη δει
από άλλη γωνία. Ο Γερμανός είχε στήσει
παγίδα μέσα στην παγίδα.
Δεν πυροβόλησε. Πήρε από τη στέγη μια
σπασμένη πλάκα και την άφησε να κυλήσει
προς την άλλη πλευρά. Ο ήχος ήταν
ελάχιστος, αλλά αρκετός.
Από το σκοτεινό άνοιγμα του απέναντι
τοίχου δεν βγήκε βολή. Μόνο ιδιώπρα
χάθηκε. Ο Rερ αν ήταν εκεί κατάλαβε πως
τον είχαν δει. Το πρωί οι Γερμανοί
έφυγαν αφήνοντας το αλεύρι καμμένο και
τα φυσίγκια άχρηστα.
Πάνω στην πόρτα βρέθηκαν χαραγμένες δύο
μικρές γραμμές σταυρωμένες.
Ο Νικόλας τις πήρε για ομολογία. Ο άλλος
είχε θυμώσει ή είχε διασκεδάσει.
Από εκείνη τη στιγμή η περιοχή άλλαξε.
Δεν υπήρχε πια απλή δράση χωρίς
αντίδραση. Κάθε μονοπάτι μπορούσε να
είναι ερώτηση. Κάθε άδειος βράχος
απάντηση.
Ο Νικόλας περπατούσε και ένιωθε την
παρουσία του Riner πριν τον δει. Όπως
αισθανόταν κανείς λύκο κοντά στο κοπάδι
από την ένταση των σκύλων.
Οι αντάρτες ήθελαν καθαρή μάχη. Ο
Νικόλας ήξερε πως η καθαρή μάχη ήταν
αυτό που θέλει ο ανυπόμονος.
Ο Rερ δεν ήταν ανυπόμονος.
Η τρίτη παγίδα ήταν η πιο σκληρή γιατί
άγγιζε το χωριό. Οι Γερμανοί [μουσική]
συνέλαβαν έναν γέρο Μηλωνά, τον
Κυρσταύρο που είχε δώσει ψωμί στους
αντάρτες. Τον έδεσαν σε δέντρο κοντά
στον δρόμο. Άφησαν φρουρά φανερή και πιο
πέρα κρυφοί.
Ο γέρος φώναζε νερό. Η φωνή του ανέβαινε
στην πλαγιά. Ο Μήτσος ήθελε να τρέξει. Ο
καπετάνιο συγκρατήθηκε με δυσκολία. Ο
Νικόλας κοίταξε πολλή ώρα. Ο θυμός του
ήταν τόσο μεγάλος που για μια στιγμή δεν
έβλεπε καθαρά. Τότε θυμήθηκε τον πατέρα
του. Ποτέ μην κίμγας αυτό που θέλει να
το κυνηγήσεις.
Η φωνή του γέρου ήταν αίμα στο μονοπάτι.
Ο RER περίμενε τα δόντια να κλείσουν. Ο
Νικόλας δεν πυροβόλησε τους φρουρούς. Τη
νύχτα έστειλε τρεις άντρες να ανάψουν
μικρές φωτιές σε διαφορετικές πλαγές,
αρκετά μακριά, ώστε να μοιάζουν με
κίνηση μεγάλης ομάδας. Έπειτα ο ίδιος
κατέβηκε από το ρέμα όχι προς τον γέρο
αλλά προς το σημείο που θα μετακινούνταν
οι κρυφοί σκοπευτές για να αλλάξουν
γωνία. Περίμενε μέσα σε λάκο με παγωμένο
νερό ως τη μέση. Το σώμα του άρχισε να
τρέμει. Μακράτησε τουφέκι στεγνό πάνω σε
πέτρα. Όταν οι Γερμανοί είδαν τις
φωτιές, δύο κρυφοί σκοπευτές
μετακινήθηκαν όπως είχε υπολογίσει. Ο
πρώτος πέρασε μπροστά από άνοιγμα
ανάμεσα σε θάμνους. Ο Νικόλας τον άφησε.
Ο δεύτερος ήταν ο επικίνδυνος γιατί
κάλυτε τον πρώτο. Όταν γύρισε για να
δώσει σήμα η βολή του Νικόλα τον βρήκε
χαμηλά στον λαιμό. Ο πρώτος πάγωσε και
αυτό τον σκότωσε.
Οι φανεροί φρουροί έπεσαν στο χώμα
πυροβολώντας προς τις φωτιές. Τότε οι
αντάρτες χτύπησαν από άλλη πλευρά και
πήραν τον γέρο ζωντανό.
Ήταν επιτυχία αλλά όχι νίκη. Το πρωί ο
Νικόλας βρήκε σε πέτρα κοντά στον λάκο
[μουσική] ένα σημάδι από μαχαίρι. Ο Rερ
είχε περάσει μετά τη συμπλοκή. Είχε βρει
τη θέση του. Όχι αρκετά νωρίς για να τον
σκοτώσει, αλλά αρκετά για να αποδείξει
πως πλησίαζε.
Δίπλα στο σημάδι υπήρχε ένα μικρό κλαδί
ελάτου σπασμένο ανάποδα όπως οι κυνηγείς
της άλπης σημείωναν το πέρασμα
θυράματος.
Ο Νικόλας το κράτησε πολλή ώρα. Ο
Γερμανός δεν τον εύριζε, δεν τον
προκαλούσε φθηνά. Τον μετρούσε και
ζητούσε να μετρηθεί και εκείνος.
Οι μέρες που ακολούθησαν ήταν γεμάτες
αόρατες κινήσεις.
Ο Rερ άλλαζε τις ώρες περιπωλίας.
Σύμφωνα με τον καιρό, άφηνε ψεύτικα ίχνη
και έβαζε στρατιώτες να μένουν ακίνητοι
για ώρες κάτω από βράχια. Μερικοί δεν
άντεχαν, κουνούσαν πόδι, έβηχαν, έφτναν.
Ο Νικόλας δεν τους χτυπούσε πάντα. Ήξερε
πως ο Rμεer ίσως περίμενε ακριβώς αυτό.
Η αποχή έγινε όπλο. Η συνάντησή τους
έγινε χωρίς πυροβολισμό. Αργά το
απόγευμα, πάνω από χαράδρα όπου το φως
έπεφτε κόκκινο στις πέτρες, ο Νικόλας
είδε για πρώτη φορά τον Riner. Ήταν
μικρή φιγούρα σε απέναντι ράχη, σχεδόν
μέρος του βράχου. Ο Γερμανός δεν
κρυβόταν τελείως, ούτε προκαλούσε.
Στεκόταν αρκετά ώστε να φανεί, όχι
αρκετά ώστε να γίνει στόχος. Σήκωσε αργά
το χέρι με δύο δάχτυλα στο γύσο του
κράνους. Χαιρετισμός κυμγού σε κυμγό. Ο
Νικόλας είχε τη διόπτρα πάνω του. Η
απόσταση ήταν μεγάλη, ο άνεμος πλάγιος,
[μουσική]
το φως κακό. Ίσως μπορούσε, ίσως όχι. Μα
κατάλαβε πως ο άλλος δεν είχε βγει για
να πεθάνει. Κάπου υπήρχε δεύτερη κάνει,
κάποια γωνία που ο ίδιος δεν έβλεπε.
Κατέβασε αργά το τουφέκι. Ο Rερ έμεινε
άλλη μία στιγμή. Ύστερα χάθηκε πίσω από
την πέτρα. Εκείνο το βράδυ ο Νικόλας δεν
γύρισε αμέσως στο λιμέρι. Κάθεσε κάτω
από έναν έλατο και άκουσε τη νύχτα να
γεμίζει.
Δεν ένιωθε νικητής ούτε φοβισμένος.
Ένιωθε πως είχε περάσει ένα αόρατο
σύνορο.
Ως τότε κυνηγούσε Γερμανούς. Τώρα ένας
Γερμανός κυνηγούσε εκείνον με τρόπο που
άξιζε προσοχή.
Έσθιξε το σταυρό του πατέρα του και
κοίταξε προς τις σκοτεινές κορυφές.
Ο πόλεμος γύρω τους συνέχιζε να είναι
πείνα, φωτιά, αντίπνα και χωριά που
έκλαιαν. Μα μέσα σε αυτόν είχε ανοίξει
ένας στενός σιωπηλός διάδρομος, όπου δύο
άνθρωποι ακολουθούσαν ο ένας τα ίχνη του
άλλου. Όχι από μίσος μόνο, από ανάγκη.
Από εκείνη τη σκοτεινή συγκαένεια που
ενώνει τον κυνηγό με το θύραμα.
Ο Νικόλας σηκώθηκε πριν πέσει τελείως
στο σκοτάδι. Από αύριο δεν θα
χρησιμοποιούσε καμία παλιά θέση, κανένα
γνωστό τέχνασμα, κανένα μονοπάτι που ο
Riner είχε προλάβει να φανταστεί.
Έπρεπε να γίνει ξανά κάτι πιο απλό και
πιο δύσκολο. Όχι φάντασμα, όχι ήρωας,
όχι σκοπευτής.
Έπρεπε να γίνει βουνό.
Ο χειμώνας εκείνης της χρονιάς δεν ήρθε
ξαφνικά. Πρώτα χάθηκε η μυρωδιά του
χώματος. Ύστερα σώπασαν τα έντομα.
βάρυναν τα σύννεφα και τα έλατα άρχισαν
να στέκονται ακίνητα [μουσική] σαν να
περίμεναν διαταγή.
Ένα πρωί η πίντος ξύπνησε άσπρη. Τα
μονοπάτια, οι πέτρες, οι παλιές στάνες,
οι ξερολυφιές και τα καμένα δοκάρια των
χωριών σκεπάστηκαν από το ίδιο χρώμα.
Και όποιος δεν ήξερε τον τόπο νόμιζε πως
ο κόσμος είχε γίνει απλός.
Ο Νικόλας ήξερε πως τότε ακριβώς γινόταν
πιο επικίνδυνος.
Το χιόνι δεν κρύβει μόνο, προδίδει.
Κρατά κάθε πάτημα, κάθε γλίστριμα, κάθε
σταγώνα αίμα, κάθε σημείο που κάποιος
στάθηκε λίγο παραπάνω για να πάρει
ανάσα.
Οι αντάρτες το κατάλαβαν γρήγορα. Τα
περάσματα που το καλοκαίρι τους έσωζαν,
τώρα γινόταν παγίδες. Ο καπνός από μία
φωτιά φαινόταν από μακριά. Το βίξιμο
ταξίδευε στη χαράδρα. Τα ζώα δεν
άντεχαν. Οι άνθρωποι ακόμη λιγότερο. Οι
Γερμανοί πίστεψαν πως ο χειμώνας θα
λίγιζε τους αντάρτες.
Έκλεισαν τους δρόμους χαμηλά, κράτησαν
φρουρές στα χωριά, έκοψαν την κίνηση του
αλατιού και έβαλαν πληροφοριοδότες στα
καφενία που είχαν απομείνει ανοιχτά. Ο
Rερ όμως δεν πίστευε πως ο χειμώνας
αρκούσε. Είχε μάθει πια ότι ο αντίπαλός
του δεν ζούσε πάνω στο βουνό σαν
φιλοξενούμενος. Ζούσε μέσα του. Για να
τον πιάσει έπρεπε να κάνει το χειμώνα
σύμμαχο και όχι απλή ταλαιπωρία.
Όταν το έμαθε ο Riner δεν θύμωσε με τον
Νικόλα. Θύμωσε με τους δικούς του.
Δεν κυνηγάμε άνθρωπο στον δρόμο είπε.
Κυνηγάμε άνθρωπο στον τόπο του. Από τότε
διάλεξε διαφορετικούς άντρες. Όχι τους
πιο περήφανους σκοπευτές αλλά τους πιο
ήσυχους. Κυνηγούς, δασικούς, έναν
αυστριακό ο ριβάτη, έναν στρατιώτη που
πριν από τον πόλεμο έπιανε λαφροθύρες.
Τους κράτησε μακριά από τα φυλάκια και
τους έμαθε να μένουν ακίνητοι στο κρύο.
να μην καπνίζουν, να μη βρίζουν, να μη
σηκώνουν κεφάλι επειδή δεν βλέπουν
τίποτα. Ήθελε να τους κάνει λιγότερο
στρατιώτες.
Το πρώτο αίμα εκείνου του μαίου κυνηγιού
ήταν ελληνικό. Δύο νεαροί αντάρτες, ο
Λάμπρος και ο Σήφης, βγήκαν να φέρουν
αλεύρι από κρυμμένη αποθήκη κοντά σε
καμένο μετόχι. Ο Νικόλας τους είχε πει
να περιμένουν ως τη νύχτα, μα πείνα στο
λιμέρι είχε γίνει φωνή δυνατότερη από τη
φρόνηση. Δεν γύρισαν
το πρωί. Βρέθηκε μόνο ένα κομμάτι από
τον σκούφο του λάμπρου, καρφωμένο σε
κλαβί και δύο πατημασιές που έμοιαζαν
σβυσμένες επίτιδες. Ο Νικόλας κατάλαβε.
Δεν τους είχαν σκοτώσει απλώς. Τους
είχαν χρησιμοποιήσει για να τον
καλέσουν. Ο καπετάνιος ήθελε εκδίκηση.
Οι άντρες μιλούσαν για άμεσο χτύπημα. Ο
Νικόλας έμεινε ώρες πάνω από το μετόχι,
ξαπλωμένο στο χιόνι κάτω από χαμηλά
κλαδιά. Το κρύο ανέβαινε μέσα από το
στήθος του σαν δεύτερη αναπνοή. Είδε
τελικά αυτό που ζητούσε. Όχι άνθρωπο,
μία τέλεια. Σε μια λευκή πλαγιά μια
μικρή σκιά δεν άλλαζε με τον ήλιο. Ήταν
στόμιο κρύπτης, σκεπασμένο βιαστικά.
Μέσα υπήρχε παρατηρητής ή ίσως του Φέκι
ή ίσως τίποτα αν ο Rinerρ ήθελε να τον
κάνει να σπαταλήσει βολή. Ο Νικόνας
περίμενε μέχρι να ανυχτώσει. Μετά δεν
πήγε προς την κρίπτη. Γύρισε πίσω στο
λιμέρι και είπε πως δεν θα χτυπήσουν. Οι
άντρες τον κοίταξαν σαν να είχε
δηλιάσει. Ο καπετάνιος δεν είπε τίποτα,
μαάτια του υπήρχε θυμός.
Εκείνη τη νύχτα ο Νικόλας άκουσε δύο από
τους νεότερους να ψηφυρίζουν πως το
φάντασμα φοβήθηκε τον γερμανό κυνηγό.
Δεν τους κατηγόρησε. Η πείνα θέλει απλές
απαντήσεις.
Εκείνη τη νύχτα δεν κοιμήθηκε. Κάθισε
έξω από το λυμέρι κάτω από ουρανό τόσο
καθαρό που τα αστέρια έμοιαζαν παγωμένα
καρφιά.
σκεφτόταν τον πατέρα του, τη λύκενα που
τον είχε δει όταν ήταν παιδί, τον λύκο
στη διάβαση, την κουβέντα πως ο θυμός
είναι μονοπάτι που το ξέρει ο εχθρός.
Ο Rερ είχε βρει αυτό το μονοπάτι. Δεν
αρκούσε πια να είναι καλύτερος
σκοπευτής. Έπρεπε να γίνει πιο άδειος
από τον θυμό του. Η ιδέα γεννήθηκε από
ήχο. Τη νύχτα ακούστηκε μακριά κάτω στη
χαράδρα το κουδούνι ενός ζώου.
Ένα μοναχικό σπασμένο κουδούνι. Πιθανόν
από μουλάρι που είχε χαθεί μετά από
γερμανική επίταξη.
Ο ήχος ερχόταν και χανόταν με τον άνεμο.
Οι αντάρτες δεν έδωσαν σημασία. Ο
Νικόλας όμως θυμήθηκε πως οι Γερμανοί
χρησιμοποιούσαν συχνά μουλάρια για να
ανεβάζουν πυρομαχικά στα φυλάκια.
Θυμήθηκε επίσης κάτι που του είχε πει ο
πατέρας του. Το κοπάδι δεν ακολουθεί
πάντα τον βοσκό. Μερικές φορές ακολουθεί
το κουδούνι.
Δύο μέρες παρατηρούσε. Έμαθε πως μια
μικρή ομάδα Γερμανών ετοιμαζόταν να
ανέβει σε εγκαταλυμμένη στάνη πάνω από
το πέρασμα, πιθανότατα για να στήσει
χειμερινό παρατηρητήριο.
Μαζί τους θα πήγαιναν οι νέοι σκοπευτές
του Riner. Ίσως και ο ίδιος. Η Στάν ήταν
ιδανική για παγίδα εναντίον ανταρτών.
Είχε θέα σε τρία μονοπάτια και πλάτη σε
γκρεμό. Οποιοσδήποτε θα την απέφευγε.
Γ αυτό ακριβώς ο Riner θα τη διάλεγε. Ο
Νικόλας αποφάσισε να μην επιτεθεί στη
στάνη. Θα την έκανε δόλωμα πριν γίνει
δόλωμα του άλλου. Με τη βοήθεια δύο
παλιών βοσκών και της γυναίκας συνδέσμου
της Ελένης, μάζεψε κουδούνια από
εγκαταλυμμένα μαντριά. Διάλεξε πέντε με
διαφορετικό ήχο. Έπειτα πήρε παλιά
παλτά, κουβέρτες, άδεια σακιά, σπασμένες
γκλίτσες και μερικά δέρματα ζώων. Σε μία
χαμηλότερη ράχη μέσα σε χιονισμένα
πουρνάρια έστησε ψεύτικο αντάρτικο
πέρασμα. Όχι φανερό, ίσα-ίσα να το
ανακαλύψει καλός κυνηγός.
Ένα πάτημα μισοσβισμένο,
λίγιστάχτηθα μένει. Μία κλωστή από
κουβέρτα.
Το χιόνι είχε πατηθεί και μετά
ξαναριχτεί.
Το βράδυ κρέμασε τα κουδούνια σε κλαδιά,
δεμένα με μακριές λεπτές πετονιές που
περνούσαν μέσα από θάλους. Ο άνεμος θα
έκανε τα υπόλοιπα.
Όχι συνεχώς, μόνο πότε-pότε, όπως
κινούνται ζώα όταν άνθρωποι προσπαθούν
να τα κρατήσουν ήσυχα. Σε άλλη πλαγιά
έβαλε δύο μικρές φωτιές μέσα σε βαθιές
τρύπες, ώστε ο καπνός να βγαίνει χαμηλά
και σπασμένος.
Όλα έπρεπε να φαίνονται πρόχειρα,
κουρασμένα, απελπισμένα.
Ένα αλλιέρη πεινασμένων που έκανε λάθη.
Η θέση που διάλεξε ήταν μία παγωμένη
κίτη πάνω από τη χαράδρα. Από μακριά
έμοιαζε επίπεδη. Από κοντά ήταν μοσαϊκό
από χιόνι, λεπτό πάγο, κρυμμένα νερά και
πέτρες.
Ο Νικόλας ήξερε ποια σημεία κρατούσαν
βάρος και ποια όχι. Τα είχε περάσει από
παιδί την άνοιξη, όταν το χιόνι έλιωνε
και το νερό έτρωγε από κάτω την κρούστα.
Στο τέλος της σκήτης υπήρχε στενό
άνοιγμα ανάμεσα σε δύο βράχια. Αν οι
Γερμανοί έμπαιναν εκεί, θα κινούνταν σε
γραμμή. Αν πανικοβάλλονταν θα έσπαγαν
τον πάγο. Αν έμεναν ψύχρεμοι θα γίνονταν
στόχοι. Το ξημέρωμα της τρίτης ημέρας
ήρθαν όχι πολλοί. Εννιά άντρες.
Κινούνταν αργά, προσεκτικά, καλύτερα από
κάθε προηγούμενη περίπολο. Ο Νικόλας
κρυμμένος σε χαμηλή εσοχή με χιόνι πάνω
στην κάπα του τους αναγνώρισε από τον
τρόπο που δεν κοιτούσαν όλοι στο ίδιο
σημείο.
Αυτή ήταν του Riner. Στο τέλος της
σειράς περπατούσε ένας άντρας λίγο πιο
ψηλός με γκρίζα κ πάνω από τη στολή. Δεν
είδε το πρόσωπο. Δεν χρειαζόταν. Ήξερε.
Τα κουδούνια ακούστηκαν χαμηλά σαν
κοπάδι που προσπαθεί να μείνει κρυφό. Οι
Γερμανοί σταμάτησαν. Ο Rερ σήκωσε το
χέρι. Δεν προχώρησαν [μουσική] αμέσως.
Έμειναν 10 λεπτά ακίνητοι. Ο Νικόλας
ένιωσε θαυμασμό και μίσος μαζί. Ο άλλος
κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, αλλά
όχι τι. Έστειλε δύο άντρες πλάγια, όχι
προς τον ήχο. Σωστή κίμηση. Ο Νικόλας το
είχε υπολογίσει. Εκεί υπήρχε το πρώτο
ψεύτικο ίχνος, αρκετό για να τους
τραβήξει βαθύτερα.
Όταν ο πρώτος πάτησε στην κίτη, τίποτα
δεν έγινε. Ο δεύτερος πέρασε. Ο τρίτος.
Ο Νικόλας περίμενε. Η παγίδα δεν ήταν
για τον πρώτο. Ήταν για την εμπιστοσύνη
των τελευταίων.
Μόνο όταν έξι άντρες είχαν μπει στο
λευκό άνοιγμα, η Ελένη κρυμμένη 100
βήματα πιο πάνω τράβηξε την πρώτη
πετονιά. Ένα κουδούνι χτύπησε απότομα
πίσω τους. Οδοος γύρισε. Το βάρος του
έπεσε λάθος. Ο πάγος έσπασε μέχρι το
γόνατο. Δεν βυθίστηκε, αλλά φώναξε. Η
φωνή έσπασε την τάξη. Ο Νικόλας
πυροβόλησε όχι τον άντρα που φώναξε,
αλλά εκείνον που σήκωσε το τουφέκι προς
την εσοχή, όπου θα νόμιζε πως βρίσκεται
ο εχθρός. Ο δεύτερος πυροβολισμός του
πήρε τον υπαξιωματικό που προσπαθούσε να
ανασυντάξει τη γραμμή. Οι αντάρτες από
την απέναντι πλαγιά έριξαν τρεις βολές
και σταμάτησαν όπως είχε διαταχθεί. Δεν
ήθελαν μάχη, ήθελαν σύγχυση.
Οι Γερμανοί προσπάθησαν να υποχωρήσουν
προς τα πίσω. Εκεί ο πάγος ήταν
χειρότερος. Δύο έπεσαν. Ένας χάθηκε ως
τη μέση στο νερό και άρχισε να ουρλιάζει
από το κρύο. Ο Riderερ δεν
πανικοβλήθηκε. Φώναξε διαταγή, έριξε
καπνογόνο και κοιμήθηκε προς τον βράχο,
εκεί όπου το έδαφος κρατούσε. Για μια
στιγμή ο Νικόλας τον είχε στο στόχαστρο.
Μισό σώμα, κακό φως, καπνός, άνεμος.
Μπορούσε να δοκιμάσει. Δεν δοκίμασε.
πυροβόλησε τον σκοπευτή πίσω του που
είχε ήδη εντοπίσει περίπου την κρύπτη
της Ελένης. Ο άντρας έπεσε και η Ελένη
σώθηκε. Ο Rερ χάθηκε μέσα στον καπνό. Η
συμπλοκή κράτησε λιγότερο από 10 λεπτά.
Όταν τελείωσε τέσσερις Γερμανοί κήτονταν
στο χιόνι. Δύο είχαν παρασυρθεί από το
παγωμένο νερό. Ένας βογκούσε ως που
σώπασε. Ο Rερ και δύο ακόμη ξέφυγαν. Οι
αντάρτες ήθελαν να τους κυνηγήσουν. Ο
Νικόλας του σταμάτησε με φωνή τόσο
σκληρή που κανείς δεν αντιμίλησε. Το
λευκό πεδίο είχε πάρει αρκετούς. Δεν
χρειαζόταν να του προσφέρουν κι άλλους.
Το βράδυ στο λυμέρι δεν υπήρχαν
πανηγύρια. Η νίκη ήταν μεγάλη, αλλά το
κρύο την είχε κάνει βαριά. Η Ελένη
καθόταν κοντά στη φωτιά και τα χέρια της
έτρεμαν. Ο καπετάνιος μέτρησε τα
γερμανικά όπλα και τα φυσίγκια με
σιωπηλή ικανοποίηση. Κανείς δεν ξαναείπε
πως ο Νικόλας φοβήθηκε. Εκείνος όμως δεν
ένιωθε δικαιωμένος. Είχε αφήσει το riner
ζωντανό. Όχι από έλεος, από επιλογή
στιγμής. Κι όμως η επιλογή τον βάραινε.
Αργά, όταν οι άλλοι κοιμήθηκαν, βγήκε
έξω. Το χιόν είχε σταματήσει. Η νύχτα
ήταν καθαρή και η χαράδρα κάτω έμοιαζε
ανοιχτό στόμα. Εκεί, πάνω σε μία πέτρα,
βρήκε κάτι που δεν είχε αφήσει ο ίδιος.
Ένα γερμανικό φυσίγκιο όρθιο. και δίπλα
του ένα μικρό κουδούνι από κατσίκι. Ο
Rider είχε καταλάβει όχι όλο το σχέδιο
ίσως, αλλά αρκετά. Είχε περάσει από κει
μετά τη μάχη ή είχε στείλει κάποιον. Το
μήνυμα ήταν απλό. Είδα, έμαθα, συνεχίζω.
Εκείνη η χειμονιάτικη ενέδρα άλλαξε τον
πόλεμο [μουσική] στην περιοχή. Οι
Γερμανοί δεν ξανακοιμήθηκαν με την ίδια
αυτοπεποίθηση στα ψηλά περάσματα. Οι
αντάρτες πήραν όπλα, τρόφιμα και κυρίως
χρόνο. Τα χωριά ανάν λίγο. Μα για το
Νικόλα ο πραγματικός κλονισμός δεν ήταν
η νίκη. Ήταν η βεβαιότητα πως [μουσική]
ο Ryer δεν θα υποχωρούσε και πως η
μεταξύ τους μονομαχία είχε περάσει από
το παιχνίδι της εξυπνάδας σε κάτι πιο
σκοτεινό.
Ο Νικόλας γύρισε στο λιμέρι λίγο πριν
χαράξει. Κρέμασε το μικρό κουβούνι πάνω
από τη φωτιά όχι σαν τρόπαιο αλλά σαν
προειδοποίηση.
Κάθε φορά που άνοιγε η πόρτα και έμπαινε
άνεμος, το κουδούνι χτυπούσε μία φορά,
ξερό και καθαρό. Οι άντρες το άκουγαν
και σόπαιναν.
Έξω το χιόνι σκέπασε τα πάντα ξανά, σαν
να μην είχε γίνει μάχη, σαν να μην είχαν
πεθάνει οι άνθρωποι, σαν να μπορούσε ο
κόσμος να αρχίζει από την αρχή κάθε
πρωί. Ο Νικόλας ήξερε πως αυτό ήταν
ψέμα. Κάτω από το λευκό υπήρχαν νίχνη,
αίμα, σπασμένος πάγος. χαμένες φωνές. Ο
χειμώνας δεν τα έσβινε, τα φύλαγε. Αυτό
ήταν το πιο επικίνδυνο απ όλα. Γιατί
ένας εχθρός που ξέρει πως του χάρισες
μία στιγμή δεν ξεχνά ποτέ το χρέος και
ένας κυμγός που γλήτωσε από το βουνό
γυρίζει πάντα πιο προσεκτικός.
Το σχέδιο του Riner δεν γεννήθηκε από
θυμό. Αυτό ήταν που το έκανε επικίνδυνο.
Αν ήθελε απλώς εκδίκηση για τους άντρες
που χάθηκαν στην παγωμένη κίτη, θα
έστελνε περισσότερες περίπλους. Θα έκαγε
δάση, θα έπαιρνε ο Μύρους. Μα ο Rερ δεν
ήταν τέτοιος άνθρωπος. Ο θυμός στολώνει
το μάτι. Εκείνος ήθελε καθαρή όραση. Για
μέρες δεν κινήθηκε σχεδόν καθόλου. Οι
Γερμανοί στα φυλάκια έμοιαζαν ξανά
άνετοι. Μα αυτό ήταν θέατρο. Οι Σκοποί
άφηναν μικρές αμέλειες. Ένας άναβε
τσιγάρο κοντά στο άνοιγμα της σκοπιάς.
Ένας οδηγός καθάριζε φορτηγό σε σημείο
που φαινόταν από την απέναντι ράχη.
Όλα ήταν αρκετά δελαστικά ώστε να
φωνάζουν παγίδα. Ο Νικόλας δεν άγγιξε
τίποτα. Το αληθινό ήρθε με τη μορφή
είδησης.
Ένας αγγελφόρος ανέβηκε στο λιμέρι με
πρισμένα πόδια και χείλη σκασμένα από το
κρύο. Είπε πως οι Γερμανοί ετοιμάζουν
μεταγωγή κρατουμένων από το φυλάκιο της
κλεισούρας προς τα Γιάννενα. Πέντε
χωρικοί, δύο γυναίκες σύνδεσμοι και ένας
τραυματισμένος αντάρτης. Αν έφταναν
εκεί, κανείς δεν θα τους ξανάβλεπε.
Η μεταγωγή θα περνούσε από το παλιό
μοναστήρι του Αγίου Μηνά πάνω από το
Φαράγκι. Ο καπετάνιος δεν είχε επιλογή.
Αν η πληροφορία ήταν αληθινή και δεν
χτυπούσαν θα καταδίκαζαν δικούς τους
ανθρώπους. Αν ήταν παγίδα και χτυπούσαν
ίσως έχαναν τη μισή ομάδα. Ο Νικόλας
είπε πως δεν θα χτυπήσουν τη μεταγωγή
στο δρόμο. Θα πάν εκεί όπου οερ θα
περιμένει τον ίδιο να πάει.
Το μοναστήρι του Αγίου Μηνά ήταν
χτισμένο πάνω σε στενό πλάτωμα με το
πίσω μέρος σχεδόν κρεμασμένο πάνω από το
φαράγκι. Τα κελιά είχαν μισογκρεμιστεί
από παλιό σεισμό. Η εκκλησία στεκόταν
ακόμη, μα η στέγη είχε ανοίξει σε δύο
σημεία. Γύρω υπήρχαν και η Παρίσια,
πέτρινη τύχη, μια ξερή δεξαμενή και
παλιός μουρόδρομος.
Ήταν τόπος που φαινόταν να προσφέρει
πολλές κρυψώνες. Στην πραγματικότητα
πρόσφερε πολλές θέσεις θανάτου.
Ο Νικόλας έφτασε δύο νύχτες πριν από τη
μεταγωγή. Δεν πλησίασε το μοναστήρι. Το
κύκλωσε από ψηλά από μονοπάτι που
χρησιμοποιούσαν παλιότερα οι καλόγεροι.
Χιόνι υπήρχε ακόμη στις σκιές, μα το
χώμα κρατούσε ίχνη. Είδε γερμανικές
μπότες, αλλά λιγότερες από όσες
περίμενε. Είδ πατήματα από μουλάρια.
Σταμάτησε εκεί. Τα κοίταξε πολλή ώρα.
Κάτι δεν ταίριαζε.
Τα μουλάρια είχαν ανέβει από τον δρόμο
με φορτίο, στην επιστροφή τα ίχνη ήταν
ελαφριά και άτακτα. Όχι σαν ζώα που
γυρίζουν άδια προς τον Σταύλο, σαν ζώα
που οδηγήθηκαν βιαστικά από ανθρώπους
που δεν τα ήξεραν.
Ύστερα ο Νικόλας πρόσεξε πως είχαν τεθεί
σε σημείο εκτεθημένο στον βόρειο άνεμο.
Κανένας Έλληνας μουράς δεν θα έδαινε ζώο
εκεί. Τα μουλάρια στρέφουν τα καπούλια
στον καιρό. Αναζητούν πέτρα που κόβει
τον αέρα. στέκονται όπου μυρίζουν
ασφάλεια.
Εκεί τα είχαν δέσει στρατιώτες που
γνώριζαν χάρτες, όχι ζώα. Η λεπτομέρεια
ήταν μικρή, για το Νικόλα ήταν κραυγή.
Γύρισε στο λιμέρι και είπε πως η
μεταγωγή είναι αληθινή μόνο κατά το
μισό. Οι κρατούμενοι ίσως υπάρχουν, ίσως
όχι. Η παγίδα όμως είναι βέβαιη. Ο
καπετάνιος ρώτησε αν θα την αποφύγουν. Ο
Νικόλας απάντησε πως όχι. Θα αφήσουν τον
Riner να πιστέψει πως η παγίδα του
έκλεισε. Ο Rερ είχε ετοιμάσει το
μοναστήρι σαν μηχανισμό. Στην εκκλησία
είχε βάλει τρεις ψεύτικες φιγούρες με
ελληνικά ρούχα [μουσική] δεμένες σαν
κρατούμενη. Στον δρόμο θα περνούσε μικρή
συνοδία με πραγματικούς στρατιώτες και
δύο αληθινούς αιχμαλώτους. Στα κελιά
πίσω από γκρεμισμένους τοίχους είχε
κρύψει σκοπευτές.
Ο ίδιος θα έμενε όχι στην καλύτερη θέση.
Αλλά στην δεύτερη καλύτερη, γιατί ήξερε
πως ο Νικόλας θα έψαχνε πρώτα την
καλύτερη.
Μα ο Νικόλας δεν ανέβηκε ψηλά. Πριν
χαράξει μπήκε στο φαράγκι από κάτω. Το
νερό ήταν παγωμένο, φουσκωμένο
απολυωμένο χιόνι. Περπάτησε μέσα του ως
τη μέση, κρατώντας το τουφέκι πάνω από
το κεφάλι ως που τα πόδια του μούδιασαν.
Από εκεί πέρασε σε παλιά σπηλιά, σχεδόν
κρυμμένη πίσω από κισούς. Ο πατέρας του
την είχε δείξει όταν ήταν παιδί. Από τη
σπηλιά ανέβαινε στενή σχή ως κάτω από τη
δεξαμενή του μοναστηριού. Κανένας χάρτης
δεν την έδειχνε. Κανένας Γερμανός δεν θα
την υπολόγιζε γιατί δεν έμοιαζε με
διαδρομή ανθρώπου.
Ο Νικόλας ήρθηκε μέσα στη σχή αργά με
τις πέτρες να γβέρνουν όμους και πλευρά.
Όταν έφτασε κάτω από τη δεξαμενή είχε
λάσπιστο πρόσωπο και αίμα στο ένα χέρι.
Η θέση του ήταν φρικτή. Δεν μπορούσε να
σταθεί, δεν μπορούσε να γονατίσει. Μόνο
να ξαπλώσει λοξά πάνω σε υγρή πέτρα με
το όμο στραβωμένο και την κάνει να
βλέπει μέσα από άνοιγμα μικρό ως παλάμη.
Από κει δεν έβλεπε τη συνοδία, έβλεπε
τις κρυφές θέσεις. Ο ήλιος ανέβηκε
θαμπός πίσω από σύννεφα. Η μεταγωγή
φάνηκε στον δρόμο. Τρεις Γερμανοί
μπροστά, δύο πίσω. Ένας υπαξιωματικός,
δύο αιχμάλωτοι με δεμένα χέρια. Ο ένας
ήταν πράγματι αντάρτης, ο Πέτρος,
τραυματισμένος στον όμο. Ο άλλος ήταν
χωρικός από τη Λικοράχη. Η συνοδία
σταμάτησε κοντά στην αυλή. Ο
υπαξιωματικός φώναξε στα ελληνικά πως οι
κρατούμενοι θα εκτελεστούν αν υπάρξει
επίθεση. Ο RER δεν φαινόταν. Ο Νικόλας
ένιωθε όμως την παρουσία του. Ήταν εκεί
κάπου πίσω από πέτρα ήσυχος με το μάτι
στη διόπτρα.
Το πρώτο μέρος του σχεδίου άρχισε με
μουλάρια.
Ο γερο Βασίλης άφησε δύο ζώα να
κοιμηθούν μόνα τους προς τον παλιό δρόμο
με άδεια σαμάρια και κουδούνια τυλιγμένα
σε πανί. Τα ζώα πήγαν όχι εκεί που θα τα
οδηγούσε στρατιώτης, αλλά εκεί όπου θα
διάλεγαν μόνα τους για να κόψεν τον
άνεμο. Στάθηκαν κοντά στον τοίχο που ο
Rερ είχε απορρίψει ως άχρηστο. Ένας
Γερμανός σκοπευτής γύρισε ασυναίσθητα να
τα κοιτάξει. Μισή κίνηση. Τίποτα για
άνθρωπο. Αρκετό για το Νικόλα. Δεν
πυροβόλησε ακόμη. Η πρώτη βολή θα άνοιγε
όλο το μοναστήρι. Περίμενε να δει ποιος
κοιτάζει εκείνον που κοίταξε. Σύντομα το
βρήκε. Σε γκρεμισμένο κελί μία σκιά
άλλαξε βάρος. Παρατηρητής.
Όχι ο Rider. Ο Νικόλας άφησε τον αέρα να
φύγει από τα πνευμόνια του και
πυροβόλησε.
Ο παρατηρητής έπεσε πίσω χωρίς κραυγή.
Το μοναστήρι πάγωσε για ένα
δευτερόλεπτο. Ύστερα ξέσπασε. Οι
Γερμανοί πυροβόλησαν προς τις ψηλές
ράχες, όπως περίμεναν να βρίσκεται ο
εχθρός. Η Ελένη και ο Μήτσος έριξαν δύο
βολές από διαφορετικά σημεία και αμέσως
άλλαξαν θέση. Όχι για να σκοτώσουν, αλλά
για να μεγαλώσουν το ψέμα. Ο RER δεν
πυροβόλησε. Κατάλαβε ότι η πρώτη βολή
δεν ήρθε από ψηλά. Άρχισε να ψάχνει
χαμηλά. Ο Νικόλας είδε την κάνει πριν
δει τον άνθρωπο. Ο RER είχε μετακινηθεί
προς τη δεξιά πτέρυγα των κελιών,
προσπαθώντας να αποκτήσει [μουσική]
γωνία προς τη δεξαμενή. Δεν φανερώθηκε.
Έστειλε άλλον σκοπευτεί να ελέγξει. Ο
άνθρωπος πέρασε σκυφτός, καλός,
προσεκτικός.
Ο Νικόλας τον άφησε να περάσει. Αν τον
σκότωνε θα έβινε στον Riner ακριβώς στη
γραμμή. Κάτω στην αυλή ο Πέτρος κατάλαβε
πως κάτι γίνεται. Έπεσε επίτηδες πάνω
στον θρουρό του. Ο χωρικός έκανε το
ίδιο. Για λίγες στιγμές η συνοδία έγινε
κουβάρη. Ο καπετάνιος έδωσε τότε το
σφύρυγμα. Από τις ράχες οι αντάρτες
άνοιξαν πύρ. Η Ελένη κατέβηκε χαμηλά.
Έκοψε τα δεσμά του χωρικού, ενώ ο Μήτσος
τράβηξε τον Πέτρο πίσω από τοίχο. Δύο
Γερμανοί έπεσαν. Οι υπόλοιποι
τραβήχτηκαν προς τα κελιά. Ο RER τώρα
έπρεπε να διαλέξει, να σταματήσει τη
διάσωση ή να βρει τον Νικόλα. Διάλεξε το
Νικόλα.
Αυτό ήταν το λάθος που ο Έλληνας
περίμενε. Δεν ήταν στρατιωτικό λάθος.
Ήταν κυνηγετικό.
Όταν ο λύκος ξεχνά το κοπάδι και θέλει
μόνο τον σκύλο, αφήνει πίσω του το
κρέας. Ο Γερμανός γλίστρισε πίσω από
χαμηλό τοίχο, έπειτα σε άνοιγμα που
έβλεπε προς τη δεξαμενή.
Για πρώτη φορά ο Νικόλας είδε το πρόσωπό
του καθαρά μέσα από τη σκόνη και τον
καπνό. Ήταν κουρασμένο, χλωμό,
συγκεντρωμένο.
Όχι μιστό. Αυτό έκανε τη στιγμή
δυσκολότερη. Ο RER δεν ήταν τέρας. Ήταν
άνθρωπος που είχε γίνει πολύ καλός σε
λάθος πόλεμο. Οι δυο τους σημάδεψαν
σχεδόν μαζί. Ο Riner πυροβόλησε πρώτος.
Η σφαίρα χτύπησε την πέτρα μπροστά από
το πρόσωπο του Νικόλα και θραύσμα του
άνοιξε το μάγουλο. Για ένα κλάσμα όλα
έγιναν λευκά. Ο Νικόλας δεν τραβίχτηκε
πίσω. Αν τραβιόταν θα πέθαινε από τη
δεύτερη βολή. έμεινε εκεί μέσα στον
πόνο, όπως είχε μείνει παιδί κάτω από
τον κένδρο, ενώ η λίκενα τον έβλεπε πριν
εκείνος τη δει. Ο RER έκανε αυτό που θα
έκανε καλός σκοπευτής. Μετά την πρώτη
βολή άλλαξε ελάχιστα θέση για να
διορθώσει γωνία. Ήταν σωστό, ήταν
αναγκαίο, ήταν αρκετό. Ο Νικόλας είδε το
κράνος να κατεβαίνει μισό δάχτυλο, το
μάτι να ψάχνει ξανά μέσα από τη διόπτρα.
Δεν σκέφτηκε τον πατέρα του, ούτε το
χωριό. Ούτε τους νεκρούς. Εκείνη τη
στιγμή δεν υπήρχε τίποτα έξω από τη
μικρή σκοτεινή περιφέρεια του στόχου.
Πυροβόλησε. Ο RER [μουσική] έμεινε για
μία αναπνοή όρφιος σαν να άκουγε κάτι
μακρινό. Ύστερα γλίστρισε στο πλάι και
χάθηκε πίσω από τον τοίχο. Το μοναστήρι
συνέχισε να πυροβολή για λίγα λεπτά
ακόμη, μα η καρδιά της παγίδας είχε
σταματήσει. Χωρίς τον άνθρωπο που την
κρατούσε ενωμένη, οι Γερμανοί έγιναν
απλώς στρατιώτες σε κακό τόπο. Οι
αντάρτες πήραν τους δύο κρατουμένους και
χάθηκαν προς το φαράγκι. Δεν καταδίωξαν,
δεν πανηγύρησαν. Ο Νικόλας βγήκε από τη
σχισμοί τελευταίως με το πρόσωπο γεμάτο
αίμα και λάσπη. Πριν φύγει πέρασε κοντά
στο σώμα του Riner. Ο Γερμανός ήταν
πεσμένος ανάμεσα σε σπασμένες πέτρες και
αγριόχορτα. Το τουφέκι του βρισκόταν
ακόμη στο χέρι. Στο σακίδιό του ο
Νικόλας βρήκε μικρό τετράδιο δραμμένο
στα γερμανικά, γεμάτο σκίτσα μονοπατιών,
σημειώσεις για άνεμο, πατήματα,
[μουσική] γωνίες, συμπεριφορά ζώων. Σε
μία σελίδα υπήρχε σχεδιασμένο ένα
κουδούνι κατσίκας. Δίπλα, με προσεκτικά
γράμματα ήταν γραμμένο το όνομα που του
είχαν δώσει οι Γερμανοί. Φάντασμα. Ο
Νικόλας έκλεισε το τετράδειο και το
άφησε πάνω στο στήθος του νεκρού. Δεν
πήρε τίποτα. Μόνο έσπασε ένα μικρό
κλαδί. από κυπαρίσει και το ακούμπησε
δίπλα στο χέρι του. Δεν ήταν συγχώρεση.
Δεν ήταν τιμή στρατιωτική.
Ήταν αναγνώριση κυνηγού προς κυμγό και
ίσως κάτι ακόμη πιο βαρύ. Όταν γύρισε
στο λιμέρι, οι άντρες περίμεναν όρθοι. Ο
Πέτρος μισοζωντανός αλλά ελεύθερος
προσπάθησε να τον αγκαλιάσει. Η Ελένη
του καθάρισε το μάγουλο με ρακή. Το αίμα
έτρεχε στους αγώνη του, μα το τραύμα δεν
ήταν βαθύ.
Ο καπετάνιος τον ρώτησε αν τελείωσε. Ο
Νικόλας κοίταξε έξω. Πάνω από τις
κορυφές τα σύννεφα άνοιγαν και το
τελευταίο φως έπεφτε πάνω στο χιόνι. Για
πρώτη φορά μετά από μήνες δεν ένιωθενά
[μουσική] στις πλαγές. Δεν ένιωθε άλλο
βλέμμα απέναντι από το δικό του. Η
απουσία ήταν σχεδόν πιο βαριά από την
παρουσία.
Αυτό το κυνήγι τελείωσε είπε.
Κανείς δεν ρώτησε για τα άλλα. Όλοι
ήξεραν πως ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει.
Θα έρχονταν νέοι Γερμανοί, νέες
διαταγές, νέες φωτιές. Μα η παγίδα στον
Άγιο Μηνά θα γινόταν ιστορία. Ύστερα
τραγούδι, ύστερα ψήθυρος. Θα έλεγαν πως
ο Νικόλας μπήκε στο μοναστήρι από τρύπα
φιδιού, πως είδε μέσα από πέτρα, πως
σκότωσε τον Γερμανό [μουσική] πριν
εκείνο σηκώσει το όπλο. Κανείς δεν θα
θυμόταν σωστά τη λεπτομέρεια με τα
μουλάρια στον άνεμο. Ο Νικόλας θα τη
θυμόταν πάντα. Γιατί εκεί δεν είχε
κερδίσει ο καλύτερος σκοπευτής. Είχε
κερδίσει εκείνος που πρόσεξε ότι μέσα σε
έναν πόλεμο ανθρώπων τα ζώα
εξακολουθούσαν να λένε την αλήθεια. Το
φθινόπωρο του 1944
οι Γερμανοί άρχισαν να φεύγουν από την
Ήπειρο όπως είχαν έρθει με θόρυβο, σκόνη
και φόβο. Μόνο που τώρα ο φόβος δεν
πήγαινε μπροστά τους, αλλά πίσω τους. Τα
φορτηγά κατέβαιναν φορτωμένα στρατιώτες,
κιβότια, τραυματίες [μουσική] και αρχεία
που καίγονταν βιαστικά. Οι φρουρές
μάζευαν τις σημαίες τους, έσπαζαν ό,τι
δεν μπορούσαν να πάρουν, ανατίναζαν
γέφυρες και αποθήκες. Στα χωριά οι
άνθρωποι δεν πανηγύριζαν αμέσως.
Έβγαιναν πρώτα στις πόρτες και κοίτασαν
μακριά. Δύσπιστη, σαν να φοβούνταν πως η
ελευθερία μπορεί να είναι άλλη μία
παγίδα.
Στον Άγιο Λουκά η είδηση έφτασε από ένα
παιδί που είχε τρέξει ξυπόλητο από το
κάτω χωριό. Φώναξε πως οι Γερμανοί
πέρασαν τον μεγάλο δρόμο και δεν
γύρισαν. [μουσική]
Οι γυναίκες σταμάτησαν το ζήμωμα. Οι
γέροι βγήκαν από τα κατόφλια. Ο παπάς
χτύπησε την καμπάνα μία φορά και ύστερα
σταμάτησε σαν να φοβήθηκε τον ίδιο τον
ήχο. Για χρόνια η καμπάνα σήμαινε
θάνατο, φωτιά, διαταγές.
Τώρα δεν ήξεραν πώς να την ακούσουν.
Ο Νικόλας δεν ήταν στο χωριό εκείνη την
μέρα. Βρισκόταν πάνω από τη Χαράδρα σε
μια παλιά θέση παρατήρησης. Μόνος. Είχε
μάθει να μην πιστεύει στην αποχώρηση
εχθρού πριν δει το τελευταίο ίχνος.
Κοιτούσε τον δρόμο με τα κιάλια και
έβλεπε τη γερμανική φάλαγκα να μικραίνει
ανάμεσα στα πλατάνια. Κανείς δεν
περπατούσε πια με την παλιά σιγουριά. Οι
στρατιώτες κοιτούσαν τις πλαγές όπως
κοιτάζει κανείς μέρος που δεν κατανόησε
ποτέ. Κάποιοι περνούσαν γρήγορα κάτω από
τις ανοιχτές πέτρες λες και περίμεναν
ακόμη μία τελευταία βολή από αόρατο
χέρι. Ο Νικόλας είχε το τουφέκι δίπλα
του γεμάτο. Θα μπορούσε να σκοτώσει έναν
ακόμη. Αξιωματικό που καθόταν στο πίσω
μέρος φορτηγού, έναν ασυρματιστή, έναν
οδηγό. Το δάχτυλό του όμως δεν πήγε στη
σκανδάλη. Δεν ήταν έλεος ακριβώς. Ήταν
κούραση βαθύτερη από το σώμα. Είχε
σκοτώσει αρκετούς για να ξέρει ότι ο
τελευταίος νεκρός δεν κλείνει τίποτα.
Μόνο προσθέτει ακόμη ένα πρόσωπο στη
νύχτα. Όταν το τελευταίο φορτηγό χάθηκε
στη στροφή, ο Νικόλας έμεινε πολύ
ωρακίνητος.
Ο άνεμος ανέβαινε από το φαράγκι και
μύριζε βρεγμένα φύλλα. Κάπου μακριά
χτύπησε κουδούνι κοπαδιού.
Ήταν ένας απλός ήχος παλιός πριν από τον
πόλεμο. Κι όμως τον έκανε να χαμηλώσει
το κεφάλι σαν να άκουσε φωνή νεκρού.
Γύρισε στο λιμέρι το σούρουπο. Οι
περισσότεροι άντρες είχαν ήδη κατέβει
προς τα χωριά. Άλλοι γελούσαν, άλλοι
αγκαλιάζονταν, άλλοι κάθονταν μόνοι τους
και κοίταζαν τη φωτιά. Ο καπετάνιος
στεκόταν μπροστά στην παλιά καλύβα όπου
είχαν κρεμάσει χάρτες, λάφυρα, γερμανικά
κράνι και κουβέρτες. Είχε γεράσει μέσα
σε δύο χρόνια. Τα γένια του είχαν
ασπρίσει στα πλάγια και το βλέμμα του
έμοιαζε πιο κουρασμένο από τη φωνή του.
Τελείωσε είπε ο Νικόλας κοίταξε τις
κορυφές. Οι Γερμανοί έφυγαν. Ο
καπετάνιος κατάλαβε τη διαφορά. Δεν
επέμεινε. Του πρόσφερε ρακή σε μεταλλικό
κύπελλο. Ο Νικόλας ήπιε λίγο. Η φωτιά
φώτισε το σημάδι στο μάγουλό του, εκεί
όπου το θραύσμα της πέτρας τον Άγιο Μηνά
είχε αφήσει λεπτή άσπρη γραμμή. Πολλοί
το έδειχναν όταν μιλούσαν για αυτόν σαν
να ήταν απόδειξη της ιστορίας. Για τον
Νικόλα ήταν απλώς ένα σημείο όπου ο
θάνατος είχε περάσει αρκετά κοντά ώστε
να τον αγγίξει, όχι να τον πάρει. Την
επόμενη μέρα κατέβηκε στον Άγιο Λουκά.
Δεν πήρε μαζί του ομάδα. Δεν ήθελε
υποδοχή. Περπάτησε από το παλιό μονοπάτι
της Αγίας Παρασκευής, εκεί όπου είχε
κρύψει κάποτε το τουφέκι του πατέρα του.
Τα δέντρα είχαν μεγαλώσει λίγο. Οι
πέτρες είχαν μείνει ίδιες.
Στο σημείο που η σχισμοί άνοιγε στο
βράχο, στάθηκε και ακούμπησε το χέρι
του. Θυμήθηκε το λαδόπανο, τα 17
φυσίγκια, τη μητέρα του στο κατόφλι. Του
φάνηκε πως εκείνη η αυγή ανήκε σε άλλον
άνθρωπο. Το χωριό φάνηκε μετά τη στροφή.
Πέτρινο, γυμνό, πληγωμένο.
Τρία σπίτια ήταν ακόμη μαύρα από τη
φωτιά. Το σχολείο είχε σημάδια από
σφαίρες στον τοίχο. Η πλατεία ήταν
μικρότερη από όσο τη θυμόταν. Ίσως
επειδή έλειπαν τόσοι άνθρωποι που την
έκαναν κάποτε να μοιάζει γεμάτη.
Η μητέρα του στεκόταν έξω από το σπίτι
πιο σκυφτή με μαντίλι μαύρο. Δεν έτρεξε
προς το μέρος του ούτε εκείνος. Στάθηκαν
για μια στιγμή αντικριστά σαν να έπρεπε
να βεβαιωθούν ότι ο άλλος δεν είναι
φάντασμα. Ύστερα εκείνη άπλωσε το χέρι
και ακούμπησε το πρόσωπό του. Πέρασε τα
δάχτυλα πάνω από το σημάδι στο μάγουλο,
πάνω από τα γένια, πάνω από το μέτωπο.
Δεν ρώτησε πόσου σκότωσε. Δεν ρώτησε αν
φοβήθηκε. Δεν ρώτησε αν εκδικήθηκε τον
πατέρα του.
>> Είπε μόνο πως αδυνάτησε.
Αυτό τον λίγησε περισσότερο από
οτιδήποτε.
Ο Νικόλας κάθισε στο κατόφλι και έβαλε
το κεφάλι στα χέρια. Για πρώτη φορά από
την εκτέλεση του Γεώργη Λιάκου έκλαψε
χωρίς να κρατηθεί. Η μητέρα του δεν είπε
λόγια παρηγοριάς. κάθισε δίπλα του και
κοίταξε απέναντι τον τοίχο του σχολείου,
όπου οι τρύπες από τις σφαίρες είχαν
μαυρίσει γύρω-γύρω.
Τις επόμενες μέρες το χωριό άρχισε να
ξαναμαθαίνει κινήσεις ειρήνης. Οι
γυναίκες άνοιξαν μπαούλα, έβγαλαν ρούχα
που μύριζαν υγρασία, έπλειναν σεντόνια
στο ρέμα. Οι άντρες επιδιόρθωσαν στέγες,
μάζεψαν πέτρες, έστησαν ξανά πόρτες.
Τα παιδιά στην αρχή έπαιζαν πόλεμο
φωνάζοντας γερμανικές λέξεις που δεν
καταλάβαιναν ως που μία μάνα τα
χαστούκισε και τους είπε να παίξουν λύκο
και πρόβατα όπως παλιά. Η καμπάνα
χτύπησε ξανά αυτή τη φορά για
λειτουργία. Ο ήχος απλώθηκε πάνω από τα
σπίτια δυστακτικά σαν πουλί που
δοκιμάζει φτερό μετά από τραυματισμό.
Οι άνθρωποι άρχισαν να έρχονται να δουν
το Νικόλα. Όχι όλοι με τον ίδιο τρόπο.
Οι νέοι τον κοιτούσαν με θαυμασμό.
Οι γέροι με αναγνώριση και φόβο. Οι
γυναίκες που είχαν χάσει άντρες του
έφεραν ψωμί, αυγά, ένα κομμάτι τυρί
χωρίς να λένε γιατί. Μερικοί ζητούσαν να
τους πει για τον Άγιο Μηνά, άλλοι για
τον Γερμανό κυμιγό, άλλοι για το πώς
κρυβόταν σε πέτρες και στέρνες. Ο
Νικόλας απαντούσε λίγο, πάντα λιγότερο
από όσο ήθελαν. Οι ιστορίες όμως δεν
χρειάζονταν τη βοήθειά του. Μεγάλωναν
μόνες τους. Σε ένα χωριό έλεγαν πως είχε
μείνει τρεις μέρες ταμένο στο χιόνι και
ανέπνε από καλάμι. Σε άλλο πως η
Γερμανοί βρήκαν τη σκιά τους σε τοίχο,
αλλά όχι τον ίδιο. Κάποιος ορκιζόταν πως
τον Άγιο Μηνά η σφαίρα του έκανε καμπάνα
να χτυπήσει χωρίς σκηνή. Ένας παλιός
αντάρτης έλεγε πως ο Νικόλας μιλούσε με
τα ζώα και αυτά του έδειχναν πο
κρύβονται οι εχθροί. Όσο περισσότερο
σιωπούσε ο ίδιος, τόσο πιο πολλά έλεγαν
οι άλλοι.
Το όνομα φάντασμα έμεινε. Στην αρχή τον
ενοχλούσε. Ύστερα έπαψε να αντιδρά.
Κατάλαβε πως οι άνθρωποι χρειάζονται
ονόματα για να αντέξουν όσα έγιναν. Αν
έλεγαν ότι ένας βοσκός σκότωσε άντρες
στα βουνά, έπρεπε να σκεφτούν το βοσκό,
τα χέρια του, τον ύπνο του, τη μάνα του
που τον περίμενε.
Αν έλεγαν φάντασμα, μπορούσαν να
θαυμάσουν χωρίς να λυπηθούν πολύ. Μα ο
ίδιος δεν ήταν φάντασμα. Το ήξερε κάθε
πρωί που ξυπνούσε από μικρό θόρυβο και
έψαχνε το τουφέκι πριν θυμηθεί πως
βρίσκεται στο σπίτι. Το ήξερε όταν
άκουγε πόρτα να κλείνει απότομα και το
σώμα του χαμήλωνε μόνο του. Το ήξερε
όταν περπατούσε στην πλατεία και
απέθευγε ασυναίσθητα το κέντρο
διαλέγοντας πάντα σκιά και τοίχο. Το
ήξερε τις νύχτες που έβλεπε τον Riner
απέναντι από τη δεξαμενή να αλλάζει θέση
μισό δάχτυλο πριν πέσει.
Ένα απόγευμα [μουσική] ανέβηκε μόνο στον
τάφο του πατέρα του πίσω από την
εκκλησία. Το χώμα είχε καθίσει. Το
ξύλινο σταυρουδάκι είχε γύρει από τον
καιρό. Ο Νικόλας το ίσχιωσε, καθάρισε τα
ξερά χόρτα και κάθισε δίπλα. Δεν ήξερε
τι να πει. Όταν ήταν [μουσική] παιδί,
πίστευε πως οι νεκροί ίσως ακούν αν
μιλήσεις καθαρά. Τώρα ήξερε πως οι
νεκροί δεν απαντούν. Αλλά μερικές φορές
ο ζωντανός χρειάζεται να πει κάτι για να
ακούσει ο ίδιος τη φωνή του. Γύρισα
είπε. Ο άνεμος πέρασε μέσα από τα
κυπαρίσια.
Από κάτω ακούστηκαν κουδούνια. Για λίγο
του φάνηκε πως ο πατέρας του θα έβγαινε
από την άκρη του νεκροταφείου με την
παλιά κπα στους όμους και θα του έλεγε
να μη στέκεται έτσι φανερό στην
κορυφογραμμή.
Ο Νικόλας σχεδόν χαμογέλασε.
Την άνοιξη ξαναπήρε τα ζώα στα ψηλά. Όχι
πολλά. Το κοπάδι είχε μικρή στην κατοχή.
Μερικά είχαν επιταχθεί, άλλα είχαν
σφατεί από ανάγκη, άλλα χάθηκαν στα
χιόνια. Παρόλα αυτά, όταν άκουσε τα
κουδούνια να απλώνονται στην πλαγιά,
ένιωσε κάτι μέσα του να επιστρέφει
προσεκτικά, σαν άγριο ζώο που δεν
εμπιστεύεται ακόμη τον άνθρωπο.
Περπάτησε πίσω από τα πρόβατα με την
κλίτσα στο χέρι και το τουφέκι περασμένο
στον νόμο. Όχι πια για Γερμανούς, αλλά
για λύκους.
Στην πρώτη στάση κάθισε κάτω από τον
άγριο κένδρο όπου ο πατέρας του του είχε
δείξει κάποτε τη λίκενα. Η πέτρα ήταν
ακόμη εκεί ζεστή από τον ήλιο. Ο Νικόλας
έβαλε την παλάμη πάνω της. Θυμήθηκε το
μάθημα. Να γίνεσαι πέτρα. Να βλέπεις
χωρίς να σε βλέπουν. Να περιμένεις χωρίς
να σε τρώει η αναμονή. Τότε αυτά ήταν
μαθήματα ζωής. Στον πόλεμο έγιναν
μαθήματα θανάτου. Τώρα έπρεπε να μάθει
πώς της αναγίνονται ζωή. Δεν ήταν
εύκολο. Κάθε σκιά μπορούσε να κρύβει
εχθρό παρότι δεν υπήρχε πια εχθρός εκεί.
Κάθε μακρινός κρότος μπορούσε να είναι
πυροβολισμός [μουσική]
παρότι ήταν συχνά πέτρα που έπεφτε ή
κλαδί που έσπαζε. Το βουνό όμως είχε
υπομονή. Δεν του ζήτησε να ξεχάσει. Του
έδειχνε κάθε μέρα τα ίδια πράγματα που
υπήρχαν πριν από τον πόλεμο και θα
υπήρχαν μετά από αυτόν.
Το φως τις κορυφές, το νερό κάτω από τον
πάγο, τη μυρωδιά του θυμαριού, τα
γεράκια που κύκλωναν ψηλά χωρίς να
νοιάζονται για σημαίες. Στα χρόνια που
ακολούθησαν, πολλοί θα προσπαθούσαν να
πάρουν τον Νικόλα με το μέρος τους.
Άλλοι θα τον ήθελαν ήρωα, άλλοι
παράδειγμα, άλλη όπλο σε νέες διαμάχες
που άρχισαν πριν κλείσουν οι παλιές
πληγές. Εκείνος απέθε μεγάλες κουβέντες.
Έλεγε πως πολέμησε γιατί οι ξένοι
σκότωσαν τον πατέρα του. έκαψαν σπίτια
και πάτησαν τον τόπο του. Όταν τον
ρωτούσαν αν μισούσε όλους τους
Γερμανούς, σκεφτόταν τον Riner και δεν
απαντούσε αμέσως. Μερικοί άνθρωποι
έρχονται ως εχθροί και μένουν στη μίμη
όχι επειδή τους συγχωρείς, αλλά επειδή
σε ανάγκασαν να δεις τι θα μπορούσες να
γίνεις.
Ένα καλοκαιρινό βράδυ, χρόνια αργότερα,
ένα παιδί τον ρώτησε αν είναι αλήθεια
πως οι σφαίρες του δεν αστοχούσαν ποτέ.
Ο Νικόλας καθόταν έξω από το σπίτι
φτιάχνοντας λουρί για κουδούνι. Το παιδί
είχε μάτια γεμάτα φωτιά. Την ίδια φωτιά
που κάποτε είχε δει σε νέους αντάρτες
πριν μάθουν τι κοστίζει η δόξα. Ο
Νικόλας άφησε το δέρμα στα γόνατά του
και είπε πως κάθε σφαίρα αστοχεί κάπου.
Ακόμη και όταν βρίσκει άνθρωπο αστοχή σε
όσα θα μπορούσε να είχε γίνει ο κόσμος
χωρίς αυτήν. Το παιδί δεν κατάλαβε. θα
καταλάβαινε ίσως αργότερα ή ποτέ. Ο
Νικόλας δεν επέμεινε. Κοίταξε προς τις
ράχες εκεί όπου ο ήλιος έπεφτε πίσω από
την πίνδο και οι πέτρες έπαιρναν χρώμα
παλιού αίματος. Από μακριά ήρθε ο ήχος
των κουδουνιών. Ήταν ήχος απλός μα μέσα
του χωρούσαν όλοι. Ο πατέρας του, η
μητέρα του στο Κατόφλι, ο Καπετάνιος, η
Ελένη, ο Πέτρος, η νεκροί του χωριού,
ακόμη και ο Ράερ κάπου στον Άγιο Μηνά
κάτω από ξένο χώμα και κυπαρίσια.
Οι άνθρωποι έλεγαν πως τα βουνά ξεχνούν,
γιατί μένουν ίδια ενώ οι ζωές περνούν. Ο
Νικόλας ήξερε πως δεν είναι έτσι. Τα
βουνά θυμούνται χωρίς λόγια. Κρατούν
πατήματα ωσπου να τα πάρει η βροχή.
Κρατούν αίμα ωσπου να το πιει το χώμα.
Κρατούν φωνές μέσα σε φαράγκια και τις
επιστρέφουν αλλαγμένες όταν φυσά σωστά ο
άνεμος. Δεν θυμούνται όπως ο άνθρωπος με
πρόσωπα και ημερομηνίες. Θυμούνται με
σιωπή. Και η σιωπή της Πίνδου ήταν
μεγάλη αρκετά για όλους.

